Ράφενσμπρικ (13)

Οταν επιθεωρούνταν μια φάλαγγα νεοαφιχθεισών μέσα στο «μπάνιο», ένας από τους επιθεωρητές ήταν ο Δρ Σιντλάουσκι (ο οποίος αργότερα μετατέθηκε στο Μπούχενβαλντ. Οι γυναίκες έπρεπε να γδύνονται εντελώς, αλλά δεν γινόταν ποτέ καμία ιατρική εξέταση. Η μοναδική συνεισφορά του Σιντλάουσκι στην επιθεώρηση ήταν να περπατά κατά μήκος της σειράς προβαίνοντας σε συνεχείς προσβολές.

Ο ίδιος διασκέδαζε να περνά με το ποδήλατό του μέσα από τις σειρές των γυναικών που περίμεναν για την επιθεώρηση των αρρώστων. Στις επιθεωρήσεις αυτές, σπάνια έδινε κάποια θεραπεία, αλλά έσπρωχνε τις ασθενείς και διέταζε τις νοσοκόμες να τις απομακρύνουν. Επειδή οι κρατούμενες γνώριζαν ότι οι πιθανότητες να τις θεραπεύσουν οι γιατροί ήταν αμελητέες, δεν πήγαιναν στις επιθεωρήσεις αρρώστων, εκτός αν ήταν τόσο σοβαρά, που δεν μπορούσαν να συρθούν ως τη δουλειά. Συνεπώς, όταν ο Σιντλάουσκι αρνούνταν να τις θεραπεύσει, συχνά πέθαιναν μέσα σε μια-δυο μέρες.

Τον Σεπτέμβριο του 1943, λίγο πριν πάει στο Μπούχενβαλντ, ο Σιντλάουσκι διάλεξε δέκα απόλυτα υγιείς γυναίκες για πειραματικές επεμβάσεις. Δύο απ’ αυτές – που ήταν αδελφές – τις χειρούργησε ένας άλλος γιατρός, με τη βοήθεια του Σιντλάουσκι που ανέλαβε να τις παρακολουθεί μετά την επέμβαση. Εκανε τομές και στα δύο πόδια της μίας, ενώ απ’ την άλλη αφαίρεσε ένα κομμάτι οστού και της έκανε μία τομή σε κάθε πόδι. Στη συνέχεια προκάλεσε στις πληγές τεχνητή γάγγραινα.

Ο ίδιος ο Σιντλάουσκι, παραδέχθηκε ότι ήταν παρών σε επεμβάσεις που συνδέονταν με την έρευνα πάνω στην «αεριογόνο γάγγραινα». Παραδέχθηκε επίσης ότι γνώριζε για τις θανατηφόρες ενέσεις που χορηγούνταν σε σοβαρά (αλλά όχι ανίατα) ασθενείς και μάλιστα τις ενέκρινε. Παραδέχθηκε επίσης ότι υλοποίησε στο στρατόπεδο επεμβάσεις μεταμόσχευσης οστών σε απόλυτα υγιείς νεαρές γυναίκες, αφαιρώντας από το οστό της κνήμης μικρά κομμάτια και επικολλώντας τα σε διαφορετικό σημείο της ίδιας «ασθενούς». Πολλές από τις γυναίκες υπέστησαν μόνιμες παραμορφώσεις, μετά απ’ αυτές τις επεμβάσεις.

Ο Πέρσι Τράιτε, ο δεύτερος στην ιεραρχία γιατρός του στρατοπέδου, ήταν ένας χαρακτήρας συμπλεγματικός. Ηταν εντελώς άσπλαχνος όταν τον βόλευε και πολλές κρατούμενες πέθαναν άμεσα απ’ τις πράξεις του. Ωστόσο, επωμιζόταν ορισμένα από τα πιο δυσάρεστα καθήκοντα, συνεπώς δεν προκαλεί εντύπωση ότι ορισμένες γυναίκες ζήτησαν να αντιμετωπισθεί με επιείκεια ενώ άλλες ζήτησαν «δίκαιη τιμωρία σύμφωνα με το πιο αυστηρά πρότυπα».

Μια διαπρεπής κυρία, εξέφρασε αμφιβολίες για το πόσο δίκαιη ήταν η δίκη του. Ο συνήγορός του Δρ. φον Μέτσλερ, στην τελική του αγόρευση, είπε:

«Θεωρώ καθήκον μου, ως συνήγορος υπεράσπισης, να εκφράσω την εκτίμησή μου για τον έντιμο και δίκαιο τρόπο διεξαγωγής αυτής της δίκης. Αναμφισβήτητα, αντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε, πόσο δύσκολη είναι η θέση της υπεράσπισης σε μια δίκη όπως αυτή, όταν το κοινό αίσθημα είναι τόσο έντονο, αλλά ας μου επιτραπεί να αναφέρων ότι αυτός ο δίκαιος και έντιμος τρόπος, με το οποίο διεξήχθη η παρούσα δίκη, θα μείνει για πάντα στη μνήμη μας ως άριστο παράδειγμα εντιμότητας και δικαιοσύνης».

Ενας άλλος γιατρός του στρατοπέδου συγκέντρωσης, ο Ρολφ Ρόζενταλ, άριστα εκπαιδευμένος γι αυτή τη θέση, αφού κατατάχθηκε στη Χιτλερική Νεολαία το 1928 και στο Κόμμα το 1929. Υπήρξε μάλιστα μέλος των SA (του δολοφονικού στρατού του Χίτλερ) το 1932, όταν αυτά αποτελούσαν παράνομη οργάνωση. Δέκα χρόνια μετά, τοποθετήθηκε στο Ράφενσμπρικ.

Αυτό το εγκληματικό πλάσμα, καταδικάστηκε από ένα δικαστήριο των SS σε οκταετή φυλάκιση, για σύναψη παράνομης σχέσης με μια κρατούμενη, στην οποία είχε εκτελέσει άπειρες αμβλώσεις.

Σύμφωνα με πολλές κρατούμενες, ο Ρόζενταλ ξεπερνούσε σε βαρβαρότητα απέναντι στους ασθενείς όλους τους άλλους γιατρούς. Σε μια επιθεώρηση αρρώστων, κάποιες απ’ τις ασθενείς ήταν τόσο αδύναμες που έπρεπε να στηρίζονται σ’ έναν τοίχο, ο Ρόζενταλ τις κλώτσησε, τις χτύπησε και τις έδιωξε χωρίς να τις εξετάσει.

Μια ασθενής ανέφερε πως ήταν άρρωστη με τύφο και είχε 41ο C πυρετό. Ο Ρόζενταλ δεν την εξέτασε καν. Η διάγνωσή του ήταν: «πέρνα έξω». Ηταν παρών όταν ο Σιντλάουσκι επέλεγε πολλές υγιείς γυναίκες για πειράματα, στα οποία μετείχε και ο ίδιος. Τον Ιούλιο του 1942, επιλέχθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο 75 γυναίκες, οκτώ εκ των οποίων πέθαναν μετά τις επεμβάσεις.

Υπάρχουν πολλές αποδείξεις πως ο εν λόγω γιατρός αδιαφορούσε για την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής. Παραδέχθηκε ότι χορηγούσε θανατηφόρες δόσεις μορφίνης σε άρρωστες κρατούμενες, επειδή ήταν πιο εύκολο από το να προσπαθήσει να τις θεραπεύσει. Ισχυρίστηκε πως αυτή η συμπεριφορά του «διευκόλυνε ανθρώπους που ήταν σοβαρά άρρωστοι να πεθάνουν με ενέσεις μορφίνης». Παραδέχτηκε ότι χτυπούσε τις ασθενείς «για να διατηρήσουν την πειθαρχία τους και για να παραδειγματισθούν» και παραδέχτηκε επίσης ότι συμμετείχε σε πειραματικές επεμβάσεις μεταμόσχευσης οστών και για την ανακάλυψη ενός αποτελεσματικού φαρμάκου ενάντια στην αεριογόνο γάγγραινα, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε απρόθυμες κρατούμενες.

Τον Σεπτέμβριο του 1942, συμμετείχε σε μια επέμβαση που εκτέλεσε κάποια Δρ. Ομπερχάουζερ σε μια νεαρή Πολωνή ονόματι Σοφία Ζόκουλσκα. Η Ομπερχάουζερ δικάστηκε στη συνέχεια από ένα στρατοδικείο των ΗΠΑ στη Νυρεμβέργη, μαζί με άλλους Γερμανούς γιατρούς που έκαναν επεμβάσεις σε ανθρώπους – πειραματόζωα, χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

(Συνεχίζεται)

(Πηγή: Η Μάστιγα του Ναζισμού, Lord Russel of Liverpool, Εκδ. ΙΩΛΚΟΣ)