Περισσότερα από 60 χρόνια έχουν περάσει από την υπόθεση της 19χρονης Μαρίας από τη Ζάκυνθο και του 74χρονου παππού της, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και ο εραστής της, αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να ξεχάσει τα αποτρόπαια εγκλήματα (δυο φόνοι και μια απόπειρα δολοφονίας) που συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους, αφού τα προκάλεσαν οι ίδιοι δράστες και αφορούσαν μία, μονάχα, οικογένεια.

Λίγο καιρό πριν τους φονικούς σεισμούς στα Επτάνησα, το 1953, η Μαρία Π., 13 ετών τότε και ο παππούς της, συνταξιούχος παντοπώλης, συνήψαν ερωτική σχέση, με τη συναίνεση της Μαρίας, η οποία, όσο περνούσαν τα χρόνια, φούντωνε… Οι κάτοικοι της μικρής κοινωνίας παρατηρούσαν τον παππού να έχει υπό την προστασία του τη Μαρία, να της πηγαίνει δώρα και να της φέρεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σε αντίθεση με τον αδερφό της που έμοιαζε να του είναι παντελώς αδιάφορος. Και αν οι συγχωριανοί είχαν αρχίσει κάτι να υποψιάζονται, οι γονείς της Μαρίας και ο αδερφός της χαίρονταν (!!!) γιατί έβλεπαν αυτή την ιδιαίτερη αδυναμία του παππού προς την εγγονή του.

Αυτό το εντελώς αρρωστημένο πάθος δεν προοιωνίζονταν τίποτα καλό για τη συνέχεια και, πράγματι, το σατανικό ζευγάρι άρχισε να σκέφτεται πώς θα βγάλει από τη μέση τους γονείς της Μαρίας και τον αδερφό της, προκειμένου, εκτός των άλλων, να προσποριστούν και υλικά αγαθά. Το σχέδιο του παππού ήταν αλήθεια διαβολικό: Ηθελε να ξεφορτωθεί όλα αυτά τα πρόσωπα, να παντρέψει με κάποιον συγγενή του τη Μαρία κι εκείνος να συνεχίζει να την εκμεταλλεύεται ερωτικά. Πρώτος στόχος υπήρξε ο άμοιρος πατέρας της Μαρίας, στου οποίου το φαγητό η κόρη του έριξε αρσενικούχο νάτριο (αρσενικό το έλεγαν), με αποτέλεσμα το θύμα να αρρωστήσει βαριά με οξύτατους πόνους στην κοιλιά και να παραμείνει κλινήρης για δέκα ολόκληρες ημέρες-παρ’ όλα αυτά τη γλίτωσε γιατί η ποσότητα του δηλητηρίου ήταν μικρή. Ομως, ηθικός και φυσική αυτουργός δεν το έβαλαν κάτω και με τη δεύτερη προσπάθεια πέτυχαν τον εφιαλτικό σκοπό τους: Στις 8 Ιουνίου του 1957 ο πατέρας θα ξεψυχήσει μέσα σε φριχτούς πόνους. Ο θάνατός του αρχικά θα αποδοθεί σε ουραιμία και στην κηδεία του θα συγκεντρωθεί όλο το χωριό που πίστευε πως ο συγχωρεμένος είχε από κάτι δηλητηριαστεί, δίχως να υποψιαστούν ούτε στιγμή τη ζοφερή πραγματικότητα.

Και αφού βγήκε από τη μέση ο άτυχος πατέρας, ήρθε η σειρά του αδερφού: ανήμερα του πολιούχου της Ζακύνθου Αγ. Διονυσίου, στις 17 Δεκεμβρίου, η Μαρία έριξε το φονικό δηλητήριο στο φαγητό του αδερφού της, ο οποίος αμέσως ασθένησε. Εξαιτίας της επείγουσας κατάστασης, κρίθηκε αναγκαίο να μεταφερθεί ακτοπλοϊκώς στην Πάτρα, αλλά άφησε την τελευταία του πνοή πάνω στο καράβι και θάφτηκε στην αχαϊκή πρωτεύουσα.

Πλέον ένα εμπόδιο είχε μείνει: η μητέρα της Μαρίας, με το όνομα Καλή. Το ημερολόγιο έγραφε 6 Μαρτίου του 1958 και η μητέρα μαζί με την κόρη είχαν μαγειρέψει πατάτες. Με κάποια πρόφαση παππούς και Μαρία απομάκρυναν την Καλή από το σπίτι για να μπορέσουν να της ρίξουν το δηλητήριο στο φαγητό της. Η μητέρα εμφάνισε παραπλήσια συμπτώματα με τα άλλα δύο θύματα και ο αδερφός της Γιώργος τη μετέφερε στο νοσοκομείο της Ζακύνθου αρχικά και κατόπιν στην Πάτρα. Χρειάστηκε εικοσαήμερη νοσηλεία αλλά η μητέρα στάθηκε τυχερή και γλίτωσε τα χειρότερα. Ο αδερφός της ήδη είχε ξεκινήσει να υποψιάζεται πως κάτι συμβαίνει, αφού δεν ήταν καθόλου φυσιολογικό να υπάρξουν τρία θύματα σε λίγους μήνες με τα ίδια συμπτώματα, οπότε και απευθύνθηκε στον υπεύθυνο νομίατρο και στην αστυνομία για να διερευνηθεί η υπόθεση περαιτέρω. Αλλωστε, όταν αρρώστησε η μητέρα της Μαρίας, ο παππούς υποστήριξε ότι δεν χρειάζεται να μεταβεί στο νοσοκομείο, γιατί ο άνδρας της και το παιδί της πέθαναν με τον ίδιο τρόπο!

Το μυστήριο δεν άργησε να λυθεί αφού η Μαρία «έσπασε» και τα ομολόγησε όλα, ονοματίζοντας τον παππού της ως εγκληματία. Από την άλλη πλευρά ο τελευταίος δήλωσε προς το δικαστήριο ότι η εγγονή του είχε συκοφαντική πρόθεση και διανοητική παράκρουση και ήταν κακούργα. Ο εισαγγελέας της υπόθεσης υπήρξε καταπέλτης για τους δύο κατηγορούμενους: Χαρακτήρισε τις πράξεις τους ως ιδιαζόντως ειδεχθείς και πρωτόφαντες στα αστυνομικά χρονικά. Πρότεινε την ενοχή τους και για τον μεν παππού δις εις θάνατο και ισόβια κάθειρξη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας για τη δε Μαρία δις ισόβια και 20 χρόνια κάθειρξη. Τελικά, την Κυριακή 14 Ιουνίου του 1959 το δικαστήριο έβγαλε μια απόφαση που στους περισσότερους φάνηκε λίαν επιεικής: Επέβαλε στον κάθε κατηγορούμενο δις ισόβια και 20 χρόνια κάθειρξη και δεν προχώρησε στην επιβολή της θανατικής ποινής, τουλάχιστον για τον ηλικιωμένο άνδρα. Και κάπως έτσι τελείωσε αυτή η φοβερή ιστορία που συντάραξε ολόκληρη τη Ζάκυνθο αλλά και όλη την Ελλάδα που παρακολουθούσε τη δίκη με εύλογο ενδιαφέρον.

*Στοιχεία για την υπόθεση πάρθηκαν και από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου «Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα»

 

Άρης Νόμπελης