«Ο ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου»

«Βασικά γνωρίσματα της ελληνικής μεταπολεμικής κωμωδίας και ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται στην   ταινία «Ο Ηλίας του 16ου» (1959) σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου και πώς η συγκεκριμένη ταινία συνδέεται με τη συγκυρία της εποχής του και για ποιους λόγους θεωρώ ότι  θα μπορούσε να έχει απήχηση σήμερα.

Ιστορικό-κοινωνικές συνθήκες, σύνδεση του «Ηλία του 16ου» με τη συγκυρία της εποχής του

Οι ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τη δεκαετία του 1950 είναι απότοκες των  καταπονήσεων που υπέστη η χώρα από τον πρώτο διχασμό και την μικρασιατική καταστροφή ως τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949. [1]

Με τον Αλέξανδρο Παπάγο εγκαινιάζεται μία υπερδεκαετής περίοδος  σταθερής διακυβέρνησης και κυριαρχίας της δεξιάς, όμως σε ένα πολιτικό κλίμα που το χαρακτηρίζει ο συγκερασμός συνταγματικής ομαλότητας και ενός «παράλληλου» καθεστώτος υποκατάστασης της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, διοικητικών τακτοποιήσεων, θεσμοθετημένου ελέγχου της νομιμοφροσύνης των πολιτών, διευρυμένης δικαιοδοσίας  των στρατοδικείων, θανατικών εκτελέσεων «επί κατασκοπία» [2].

Ο Κ. Καραμανλής ως Πρωθυπουργός το 1955 έδειξε ότι είχε συλλάβει το νόημα των καιρών και την ανάγκη να αναζητήσει  η Ελλάδα την οικονομική και πολιτική απεξάρτηση (δήλωσε ότι οι θανατικές καταδίκες των κομμουνιστών δεν θα εκτελεστούν) αλλά οι καιροί ήταν ακόμη δύστροποι και δεν έδωσαν   στην Ελλάδα την ευκαιρία που δικαιούνταν ήδη από την επαύριον του Β’ παγκοσμίου πολέμου παρά 30 χρόνια αργότερα το 1974.  [3]

Από το 1950 και μετά ο κινηματογράφος χαράζει μια σταθερά ανοδική πορεία και τραβάει το ενδιαφέρον του κοινού που γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες. Οι κωμωδίες με ηθογραφικά και φαρσικά στοιχεία που παίζονται στα θέατρα τροφοδοτούν και τον κινηματογράφο με ένα εύπεπτο υλικό που επιτρέπει την ευρύτερη διάδοση του φιλμικού προϊόντος και τη διεύρυνση της βάσης του κοινού, δημιουργείται έτσι μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στον Ελληνικό εμπορικό κινηματογράφο  και μερίδας των πρωταγωνιστικών θιάσων. [4]

Το είδος που προβάλει περισσότερο μια αισιόδοξη  άποψη για τη ζωή η κωμωδία κερδίζει τα πρωτεία.  Το θέατρο αναδεικνύεται σε σημαντικό τροφοδότη του ελληνικού κινηματογράφου αυτήν την εποχή, του δανείζει πρόσωπα και ιστορίες. Θεατρικοί συγγραφείς , σκηνοθέτες και ηθοποιοί γίνονται κινηματογραφικοί σκηνοθέτες και σεναριογράφοι, Αλέκος Σακελάριος, Γιώργος Τζαβέλας, Νίκος Τσιφόρος, κ.α  [5]

Χρόνο με το χρόνο αυξάνει ο αριθμός των παραγομένων ταινιών και παράλληλα  εμφανίζονται στο χώρο του ελληνικού κινηματογράφου πρόσωπα που πολύ σύντομα είτε από σκηνοθετικής είτε ηθοποιίας θα περάσουν στη πρώτη γραμμή. Ο Αλέκος Σακελάριος τη διετία 1959-1960 δίνει τρείς εμπορικές κωμωδίες και μεταξύ αυτών ο «Ηλίας του 16ου» με φωτογραφία Ντίνου Κατσουρίδη και μουσική Τ. Μωράκη.

Την ίδια περίοδο ο ελληνικός κινηματογράφος ύστερα από ιστορία 63 χρόνων είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, 900 τεχνικοί(οπερατέρ, μοντέρ, μακιγιέρ, φωτιστές κ.α ) και 2.500 κομπάρσοι με 100 περίπου ηθοποιούς εργάζονται στα Ελληνικά στούντιο. Αιτίες αυτής της υπερπαραγωγής ήταν η αβασάνιστη προχειρότητα με την οποία γυρίζονταν κυρίως τα φιλμ, λόγω του άφθονου και σίγουρου κέρδους.[6]

Βασικά γνωρίσματα της ελληνικής μεταπολεμικής κωμωδίας και ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται στην   ταινία “Ο Ηλίας του 16ου” και σύνδεση του  με τη συγκύρια της   εποχής του.

Ο «Ηλίας του 16ου» αποτελεί από πολλές απόψεις ταινία ιδιαίτερα αντιπροσωπευτική  του είδους της φαρσοκωμωδίας. Η αντιπροσωπευτικότητα αυτή αφορά»:

  • τις διαχρονικές καταβολές του είδους(genre) και των θεματικών της (ιστορικό – γενετικά στοιχεία),  τους κυριότερους συντελεστές της (σκηνοθέτης – σεναριογράφος, – ηθοποιοί- χαραχτήρες).
  • την εποχή παραγωγής και προβολής (1959), τέλη της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας και μεταίχμιο των δύο εικοσαετιών.
  • την τυπολογία καταστάσεων και μοτίβων. [7]

Ο τύπος του μικροαστού ήρωα εμφανίζεται δυναμικά στο προσκήνιο εκτοπίζοντας σε δευτερεύοντες ρόλους και τύπους της γειτονιάς και της τίμιας βιοπάλης που είχαν έντονη και κυρίαρχη παρουσία όλη την προηγούμενη περίοδο. Ως αντιπροσωπευτική των ιδεολογικών αυτών διεργασιών προτείνεται η κλασική εμπορική κωμωδία « Ο Ηλίας του 16ου», 1959.  [8]

Το έργο παίχθηκε στο θέατρο Παρκ (θίασος Βασίλη Λογοθετίδη) το 1958 και στη συνέχεια, μεταφέρεται το 1959 στον κινηματογράφο με σκηνοθέτη τον Αλέκο Σακελάριο και αποτελεί εμπορική επιτυχία των συγγραφέων Σακελάριου – Γιαννακόπουλου.

Ένα βασικό γνώρισμα συνέχειας της προηγούμενης περιόδου στο επίπεδο των θεατρικών καταβολών είναι ότι εξακολουθεί να παραμένει η καταγωγή από τις παραδόσεις του θεάτρου. Επίσης οι συντελεστές της ταινίας όσον αφορά τους σεναριογράφους – σκηνοθέτες παραμένουν και πάλι άνθρωποι του θεάτρου ο Αλέκος Σακελάριος με τον Χρήστο Γιανακόπουλο, [9]  Οι συντελεστές αυτοί άμεσοι γνώστες του πολιτισμικού υποστρώματος του λαϊκού κοινού με τον οποίον έχουν αναπτύξει έντονη επικοινωνιακή σχέση και χειριστές των οικείων παραδόσεων κωμειδυλλίου και ηθογραφίας επέχουν θέση διαμεσολαβητών μεταξύ του λαϊκού κοινού των πόλεων και του ερασιτεχνικού συστήματος παραγωγής της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας.[10]

Ο Σακελάριος  ενεργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ κυκλώματος παραγωγών ( Φίνος) και λαϊκού κοινού του θεάτρου και της επιθεώρησης, γνώστης αφενός μεν του υποστρώματος (homus) των λαϊκών αξιών , συμβόλων και πεποιθήσεων αφετέρου χειριστής της οικίας παράδοσης του κωμειδυλλίου και της ηθογραφίας  όπου είχε αποθησαυρισθεί σημαντικό μέρος της λαϊκής πολιτιστικής παράδοσης. [11] Επίσης οι κωμικοί ηθοποιοί ενεργούν ως διαμεσολαβητές,  οι οποίοι  προέρχονται από την επιθεώρηση και βρίσκονται σε έντονο διάλογο με το λαϊκό κοινό της εποχής, είναι κυριολεκτικά ποτισμένοι από το ήθος και το ύφος του λαϊκού πολιτισμού, κάποτε στη αγοραία του εκδοχή, τον οποίον φέρνουν στο προσκήνιο του θεάτρου και της οθόνης με όχημα τα ίδια τους τα σώματα.  [12]

Η βασική επίδραση της ηθογραφίας  στο έργο ,  είναι η ύπαρξη τυποποιημένων χαραχτήρων , που εκπροσωπούν μια συγκεκριμένη κοινωνική ταυτότητα. Οι χαραχτήρες αυτοί κινούνται στα όρια του καθημερινού και του οικείου.

Παρατηρούμε επίσης τις εκδοχές του μοτίβου της παρανομίας , κακοί παράνομοι με αρνητικό πρόσιμο και καλοί παράνομοι με θετικό πρόσημο. Όπως επίσης βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης η  αντιπαράθεση των δύο κόσμων, λαού μεσαίων στρωμάτων με αστικούς τρόπους ή νεόπλουτων. [13]

Η αφήγηση κινείται σε τρείς παράλληλους κόσμους. Στο καφενείο της γειτονιάς, στο αστικό περιβάλλον σε διαμέρισμα πολυτελούς πολυκατοικίας στην ίδια γειτονιά με το καφενείο, όπου προβάλεται η αντίθεση αστικών και λαϊκών ηθών και  η αφήγηση μεταφέρεται στη συνέχεια στον κόσμο της εξουσίας στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής.