Λαμπρές ημέρες του Σεπτέμβρη, βιβλία στοιχημένα για διάβασμα, ιδέες που διαγκωνίζονται ζητώντας να αναπνεύσουν, ελκυστικοί σχηματισμοί λέξεων, αισθητικές μορφές που υφαίνονται έντεχνα μέσα σε τυπωμένα κείμενα, δίψα για περιπλάνηση στους πολυπλόκαμους θαλάσσιους κόλπους του μακρινού Βορρά ή στο σπινθηροβόλο ανάγλυφο της διπλανής Πελοποννήσου, σχέδια και όνειρα, παρηγορητικά πλάνα πλάι σε κύκλους που κλείνουν – αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου. Καθώς αποχαιρετώ μια πλούσια βιβλιοθήκη, ένα μεγάλο γραφείο, ένα βαρύ πέτρινο τζάκι, έναν σκοτεινό γεωμετρικό πίνακα της Τόνιας Νικολαΐδη, ένα επιτραπέζιο γλυπτό του James Cubitt, πολύχρωμες μακέτες αρχιγραμμάτων του Ντώτα Νίκολη, μια υδατογραφία αθηναϊκού λυκαυγούς του Αντρέα Φραγκιά, άξαφνα όλα φαντάζουν ευπρόσδεκτα. Ενα ήπιο κύμα αισιοδοξίας που κουβαλάει στη ράχη του τις ανεξιχνίαστες αποχρώσεις του μακρινού παρελθόντος και ένα μέλλον που για να το εξευμενίσουμε, εγγράφουμε απάνω του πόθους και ρεμβασμούς. Η εικόνα που περιγράφω ανήκει στην αυγή της παιδικής ηλικίας.

«Οι σκούρες ράχες των βιβλίων κάλυπταν τους τοίχους ως το ταβάνι. Κάτω από το τεράστιο ανοιχτόχρωμο γραφείο, στο τετράγωνο άνοιγμα που σχημάτιζαν η οριζόντια ξύλινη πλάκα και οι δύο μεγάλες ορθογώνιες συρταροθήκες, μέσα στο μισοσκόταδο, κούρνιαζε ένα παιδάκι. Καθόταν ανακούρκουδα μέσα στην αυτοσχέδια φωλιά του. Δεν απασχολούσε κανέναν. Μόνο και μικροσκοπικό ένοιωθε ασφάλεια ακουμπώντας τη ράχη στην εσωτερική επιφάνεια ενός θεόρατου επίπλου, έπαιρνε δύναμη από τη θερμότητα του ξύλου κι άνεση από τη ζεστασιά που ανέδιδε το δεμένο χαρτί στις βιβλιοθήκες που ορθώνονταν ψηλά μέχρι τη στιβαρή οροφή. Ηταν ευτυχισμένο και δεν υποψιαζόταν καθόλου τι του επιφύλασσε το μέλλον. Ηρεμία, ασφάλεια, προσδοκία! Τι τυχερό παιδάκι που ήμουν!»

Είναι εικόνες που επί δεκαετίες νόμιζα πως είχαν περάσει στη δικαιοδοσία της μνήμης. Μέχρι που πενήντα τρία χρόνια μετά, έρχεται ο καιρός να προχωρήσω εγκαταλείποντας και το χειροπιαστό χώρο που τις στέγαζε –έτσι ώστε να γίνουν οριστικά σκιά. Οι χώροι: αρχιτεκτονημένα χνάρια του χρόνου, χτισμένοι φορείς αναμνήσεων, οχήματα προσωπικών ιστοριών. Ωστε λοιπόν ήταν πάντα μπροστά μου και δεν τους έβλεπα παρασυρμένη από την αδράνεια του βλέμματος! Ωστε λοιπόν είχα την ευκαιρία ν’ αγγίζω τεκμήρια του παρελθόντος μου και δεν τα εκτιμούσα παρά μονάχα όταν «ως όναρ» διαλύθηκαν. Θα τολμούσα άραγε να υποστηρίξω μαζί με τον Μπόρχες πως «η βιβλιοθήκη του πατέρα μου υπήρξε το κυρίαρχο γεγονός της ζωής μου και στην πραγματικότητα δεν βγήκα ποτέ μέσα απ’ αυτήν»; Πρόκειται για μια στάση. Τα σχέδια για μακρινά ταξίδια και αποδράσεις ήταν ως επί το πλείστον ασκήσεις του νου. Ή για να το θέσω ευτράπελα, όπως ο παλαιός Γάλλος μυθιστοριογράφος Cecil Saint-Laurent, «στον Αλέξανδρο Δουμά έχω φάει τις καλύτερες ομελέτες με λαρδί της ζωής μου». Και σ’ αυτό το απόσπασμα, το διάφορο, η γεύση ουδέποτε χάνεται. Ακόμα κι όταν το παρόν μας διδάσκει τα δικαιώματά του, ακόμα κι όταν όχι μόνο ο χρόνος μετράει αλλά και οι στιβαροί τοίχοι σωριάζονται. Μια βιβλιοθήκη κι ένα γραφείο, ωσάν «πηγή ζωής και θύρα παραδείσου», δεν φθείρονται. Γιατί είναι φτιαγμένοι από το υλικό που είναι φτιαγμένες οι λέξεις, η φαντασία, η επίνοια, το ύφος, η γνώση, η συγκίνηση και η αναγνωστική πράξη. Και γιατί όταν έχεις διαβάσει τις «Εξομολογήσεις» του Ιερού Αυγουστίνου, την αυτοβιογραφία του Μπενβενούτο Τσελίνι, το ημερολόγιο του Μπόσγουελ, τα Απαντα του Ιψεν, την «Περηφάνεια και προκατάληψη», το «Πανηγύρι της ματαιοδοξίας», την «Εξαδέλφη Μπέτη», τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ», τη «Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι», τον «Λουκή Λάρα», την «Πάπισσα Ιωάννα», «Τα ρόδιν’ ακρογιάλια», έργα επί έργων και τόμους επί τόμων, βαριά κι αμετακίνητα, το γραφείο και η βιβλιοθήκη θα είναι πάντα εκεί.

Ελισάβετ Κοτζιά