Η πρώτη σύγκρουση της Ιστορίας που έγινε καθ’ ολοκληρίαν στον αέρα, έληξε με νίκη των Βρετανών κατά των Γερμανών – μια νίκη που τερμάτισε τις προσπάθειες των Ναζί να υποτάξουν ολόκληρη την Ευρώπη.

Από την εποχή της εισβολής στην Πολωνία (1939) και μέχρι την πτώση της Γαλλίας το 1940, η γερμανική πολεμική μηχανή προχωρούσε συναντώντας ελάχιστη αντίσταση. Το καλοκαίρι του 1940 ο Αδόλφος Χίτλερ ήλεγχε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη με μοναδική εξαίρεση τη Μεγάλη Βρετανία. Αντιλαμβανόμενος τη βρετανική ισχύ και τις δικές του ελλείψεις σε πλοία, για τη στήριξη μιας εισβολής από τη Μάγχη, ο Χίτλερ επιθυμούσε να διαπραγματευθεί μαζί τους, ώστε να επικεντρώσει τις δυνάμεις του εναντίον των Σοβιετικών.

Οι Βρετανοί και ο νέος πρωθυπουργός τους ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, δεν ήθελαν διαπραγματεύσεις με τους Ναζί, μια και βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση.

Ο Χίτλερ οργισμένος από τη βρετανική αντίδραση, άρχισε να σχεδιάζει εισβολή στα Βρετανικά Νησιά. Σκοπός της επιχείρησης ήταν να πάψει η Αγγλία να αποτελεί βάση, από την οποία μπορούσε να συνεχιστεί ο πόλεμος κατά της Γερμανίας.

Επιτυχής εισβολή στα Βρετανικά Νησιά είχε να πραγματοποιηθεί από το 1066 στο Χέιστινγκς. Ο Χίτλερ και οι στρατηγοί του ήξεραν ότι, πριν επιτεθούν, έπρεπε να εξουδετερώσουν τη βρετανική ναυτική και αεροπορική υπεροχή.

Οι Βρετανοί αντιλαμβάνονταν το μέγεθος και τη σημασία της επικείμενης μάχης. Σε ομιλία του στη βουλή των Κοινοτήτων στις 18 Ιουνίου, ο πρωθυπουργός δήλωσε: «Η μάχη της Αγγλίας ετοιμάζεται να αρχίσει. Από αυτή εξαρτάται η επιβίωση του χριστιανικού πολιτισμού. Από αυτή εξαρτάται η ζωή μας και η μακρά συνέχεια των θεσμών και της αυτοκρατορίας μας… Αν μπορέσουμε να αντισταθούμε, ολόκληρη η Ευρώπη θα μείνει ελεύθερη και η ζωή του κόσμου θα προχωρήσει σε μεγάλες, φωτεινές επιτυχίες. Αν όμως αποτύχουμε, τότε όλος ο κόσμος αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα βυθισθεί στη άβυσσο ενός νέου Μεσαίωνα, πιο σκοτεινού και πιο μακροχρόνιου, λόγω της εφαρμογής διεστραμμένων επιστημονικών μεθόδων… Ας φερθούμε λοιπόν με τρόπο που όλος ο κόσμος να λέει: Αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή τους».

Στην αρχή της μάχης της Αγγλίας οι Γερμανοί είχαν περίπου 1.200 βομβαρδιστικά και 1.100 μαχητικά αεροπλάνα, υπό την διοίκηση του στρατάρχη Χέρμαν Γκέρινγκ. Η βρετανική βασιλική αεροπορία (RAF), υπό τη διοίκηση του αρχιπτέραρχου Χιου Ντάουντινγκ, είχε 1.100 μαχητικά αεροσκάφη – από τα οποία μόνο τα 700 ήταν ικανά για δράση οποιαδήποτε στιγμή. Τελικά, τα αεροσκάφη που κυριάρχησαν στις συγκρούσεις ήταν τα γερμανικά Μέσερσμιτ Β-109 και τα βρετανικά Χαρικέιν και Σπιτράιρ.

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα των Βρετανών ήταν ο μικρότερος αριθμός τους. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα ήταν οι πρωτόγονες αλλά λειτουργικές βάσεις ραντάρ, που προειδοποιούσαν για τις γερμανικές επιθέσεις, οπότε οι Αγγλοι πιλότοι απογειώνονταν μόνο σε περίπτωση επίθεσης, εξοικονομώντας έτσι καύσιμα και αποφεύγοντας τη φθορά των αεροσκαφών τους.

Οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Η ακτίνα δράσης των αεροπλάνων τους επέτρεπε την παραμονή τους μόνο για 15 λεπτά πάνω από τους στόχους τους στην Αγγλία και είχαν σοβαρές απώλειες σε πληρώματα.

Η μάχη της Αγγλίας πέρασε από τρεις φάσεις. Στις 10 Ιουλίου τα γερμανικά βομβαρδιστικά, συνοδευόμενα από μαχητικά, επιτέθηκαν σε βρετανικά πλοία και λιμάνια από το Ντόβερ μέχρι το Πλίμουθ. Η πρώτη φάση κλιμακώθηκε με μια επιδρομή 1.000 περίπου αεροπλάνων στις 15 Αυγούστου. Κατερρίφθησαν περίπου 75 γερμανικά και μόλις 35 βρετανικά αεροσκάφη.

Πριν ολοκληρωθεί η πρώτη φάση, οι Γερμανοί άρχισαν, σε δεύτερη φάση, να χτυπούν σταθμούς ραντάρ, αεροδρόμια και εργοστάσια των αντιπάλων τους, από τις 24 Αυγούστου μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου. Οι Γερμανοί κατέρριψαν περίπου 450 Χαρικέιν και Σπιτφάιρ, σκοτώνοντας πάνω από 1.000 Βρετανούς πιλότους – το ένα τέταρτο του συνολικού αριθμού τους. Οι γερμανικές απώλειες ήσαν σχεδόν διπλάσιες και σε αεροσκάφη και σε πιλότους.

Ενα τραγικό περιστατικό οδήγησε στην τρίτη φάση. Ενα γερμανικό βομβαρδιστικό, τη νύχτα της 24ης – 25ης Αυγούστου απέτυχε να χτυπήσει μια αποθήκη καυσίμων κοντά στο Λονδίνο και έριξε βόμβες στα σπίτια πολιτών. Σε αντίποινα οι Βρετανοί χτύπησαν την επόμενη νύχτα το Βερολίνο. Οι υλικές ζημίες ήταν μικρές, αλλά ο Χίτλερ και οι Γερμανοί εξεμάνησαν και ζητούσαν εκδίκηση.

Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Χίτλερ, άρχισε την τρίτη φάση, βομβαρδίζοντας το Λονδίνο. Αυτό ήταν το μεγάλο του λάθος. Το Λονδίνο βρισκόταν μακρύτερα από τα γερμανικά αεροδρόμια, έτσι οι γερμανικές απώλειες αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ η αγγλική αποφασιστικότητα γιγαντώθηκε και επιταχύνθηκε η βοήθεια από τις ΗΠΑ και άλλες χώρες.

Οι Γερμανοί συνέχισαν τους βομβαρδισμούς εναντίον του Λονδίνου, για δυο ακόμη μήνες, αλλά η RAF αμύνθηκε γενναία. Η τελευταία σημαντική επίθεση κατά του Λονδίνου έγινε στις 10 Μαΐου 1941, χωρίς ο Χίτλερ να ξανακάνει κάποια σημαντική επιδρομή. Η Γερμανία είχε υποστεί την πρώτη μεγάλη ήττα της στον πόλεμο.

Η μάχη της Αγγλίας τερμάτισε τις γερμανικές ελπίδες για εισβολή στα Βρετανικά Νησιά, αφήνοντας τη Βρετανία ικανή και αποφασισμένη να ανασυγκροτήσει τον στρατό και την πολεμική μηχανή της. Ακόμη πιο σημαντικό, προσέφερε μια ασφαλή χερσαία βάση κοντά στην ηπειρωτική Ευρώπη για τους Βρετανούς και τους Συμμάχους τους, κυρίως για τις ΗΠΑ, που μπήκαν στον πόλεμο τον επόμενο Δεκέμβριο, ώστε να προετοιμαστούν και να αντιμετωπίσουν τους Ναζί.

Η μάχη της Αγγλίας, αξίζει τη τιμή να είναι μία από τις ελάχιστες αεροπορικές συγκρούσεις που επηρέασαν σε τεράστιο βαθμό το αποτέλεσμα ενός πολέμου. Μόνο η ατομική βόμβα εναντίον της Ιαπωνίας θεωρείται σημαντικότερη στα χρονικά του αεροπορικού πολέμου.

(Πηγή: Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες όλων των Εποχών, M. L. Lanning, Εκδ. Ενάλιος)