Οι Παλιές Ελληνικές Ταινίες που Αγαπήσαμε Όλοι

Υπάρχουν δύο κυρίαρχες φήμες γύρω από τις χιλιοπαιγμένες αλλά χωρίς ποτέ να προκαλούν τον-αναπόφευκτο λογικά- κορεσμό  ελληνικές ταινίες που καθιερώθηκαν με την προβολή τους κάθε Σάββατο βράδυ στις 21.00 από τα δυο κανάλια της κρατικής τηλεόρασης του ’70 και των αρχών του ’80.

Το πρώτο λάθος που κάνουμε οι περισσότεροι, το οποίο μου επισήμανε γνωστός σύγχρονος ηθοποιός σε συνέντευξη που πήγα να του πάρω, είναι να προβαίνουμε σε (άδικες) συγκρίσεις με τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο. Δεν ήταν όλες οι παλιές ελληνικές ταινίες καλές: Αυτές που δεν χορταίνουμε να βλέπουμε στα κανάλια είναι εκείνες που αποθεώθηκαν στην εποχή τους και… έσπασαν τα ταμεία, δηλαδή οι καλύτερες και συνήθως οι πιο εμπορικές της εποχής τους.  Αλλά φανταστείτε ότι στη χρυσή και αξεπέραστη περίοδο του κινηματογράφου της χώρας μας οι ταινίες ετησίως μπορεί να έφθαναν και τριψήφιο αριθμό (!), ενώ ο μέσος όρος τις καλές χρονιές άγγιζε ή και ξεπερνούσε τις 80!

Η δεύτερη λανθασμένη κατά την προσωπική μου γνώμη πάντα παραδοχή αφορά την πρόχειρη υιοθέτηση του επιχειρήματος ότι εκείνες οι ταινίες υπήρξαν ένα φθηνό λαϊκό θέαμα δίχως να προκαλούν ιδιαίτερους προβληματισμούς και κατά κανόνα αναπαρήγαν απλώς τα πρότυπα της εποχής τους, επομένως της καθεστηκυίας τάξης. Ισως να ισχύουν τα παραπάνω σε γενικές όμως γραμμές, σε ορισμένες ταινίες και με συγκεκριμένους ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Πολλά από τα έργα που γυρίστηκαν βασίστηκαν σε θεατρικές επιτυχίες και άλλα πάλι περνούν βαθιά και σημαντικά μηνύματα- θυμηθείτε απλώς τον «Δράκο» του Κούνδουρου με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στον πρωταγωνιστικό, δραματικό ρόλο. Ή μήπως δεν είναι εξαιρετικά επίκαιρες οι πολιτικές σάτιρες όπως το κλασικό «Υπάρχει και φιλότιμο» ή το αγαπημένο «Τζένη-Τζένη»;

Εκείνο που δεν χωράει καμιά αμφισβήτηση είναι το τεράστιο ταλέντο των προικισμένων πρωταγωνιστών που το απέδειξαν και πάνω στο σανίδι, των εμπνευσμένων σκηνοθετών, των δημιουργικών σεναριογράφων και των διορατικών παραγωγών.  Ασφαλώς δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι αρκετές από τις πιο πετυχημένες ελληνικές ταινίες γυρίστηκαν και παίχτηκαν την περίοδο της δικτατορίας, με αποτέλεσμα οι σημερινοί τους θεατές να προβαίνουν σε συνειρμούς που σχετίζονται με τη λογοκρισία της εποχής, δηλαδή πως η έγκρισή τους από τη χούντα εμπεριέχει αυτομάτως και την υπόθεση ότι δεν περιείχαν, έστω κρυπτογραφημένα, κανένα πολιτικό ή άλλο κοινωνικό μήνυμα που σε κάθε περίπτωση θα είχε απαγορευτεί η μετάδοσή του στο ενθουσιώδες κινηματογραφόφιλο κοινό που πλημμύριζε τις αίθουσες των σινεμά.

Ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης, στο κατατοπιστικότατο βιβλίο του-αφιέρωμα στον σπουδαίο Φιλοποίμενα Φίνο «Ταινίες για φίλημα», αναφέρει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό με εξοργισμένους νεαρούς να αποδοκιμάζουν εντονότατα σε κινηματογράφους όταν έκανε την εμφάνισή του στο πανί το σήμα τής «Φίνος Φιλμ», συνυφασμένο στις συνειδήσεις τους με την επταετία…

Εν πάση περιπτώσει αυτή η διεξοδική αναδρομή μας στο λαμπρό παρελθόν του ελληνικού κινηματογράφου της περιόδου από τον εμφύλιο μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70 δεν επιθυμεί να υπενθυμίσει τα οξυμμένα πολιτικά πάθη της εποχής (κυρίως του μετεμφυλιακού κράτους) αλλά αντιθέτως να θυμηθεί μαζί σας ξεχωριστές στιγμές που οι Ελληνες κάθε φύλου, ηλικίας και ιδεολογικής απόχρωσης έσπευδαν να γεμίσουν τις κινηματογραφικές αίθουσες, αφού προηγουμένως είχαν μπιζάρει τους προβεβλημένους πρωταγωνιστές στο θεατρικό σανίδι.

Μου ζητήθηκε από τους συνεργάτες μου που επιμελούνται το αφιέρωμα να θυμηθώ τις πιο αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες. Ομολογώ ότι δυσκολεύθηκα αρκετά στο να επιλέξω δέκα από αυτές. Αναγκαστικά επέλεξα 11. Ορισμένες όπως ο «Μεθύστακας», που καθιέρωσε τον Ορέστη Μακρή και τον ταύτισε τόσο πολύ με τον συγκεκριμένο ρόλο που ακόμη και στις μέρες μας αποκαλούμε τους μεθυσμένους «Ορέστη Μακρή», δεν τις θυμάμαι και λόγω μιας σαφούς προτίμησής μου στην κωμωδία φοβάμαι πως θα αδικήσω τις υπόλοιπες.

Διάλεξα 14 που λάτρεψα να βλέπω άπειρες φορές.

Με τυχαία σειρά, λοιπόν:

1)   «Ξύπνα, Βασίλη», πρώτη προβολή Απρίλιος 1966, από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη. Απόπειρα πολιτικής σάτιρας από τον Ψαθά, με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, άψογη σκηνοθετική απόδοση, ανεπανάληπτες κωμικές σκηνές με τους αγαπημένους, αξέχαστους Αλέκο Αλεξανδράκη, Ελενα Ναθαναήλ, και τον πειστικότατο Γιώργο Κωνσταντίνου στον ρόλο του συντηρητικού δεξιού, μανιακού με τα λαχεία. Η «στριφνή» Τασσώ Καββαδία, η «Φαρλάκαινα» της ταινίας, συμπληρώνει το καστ των ιδανικών για τους ρόλους τους ηθοποιούς μαζί με τη «μάνα» Ελένη Ζαφειρίου. Κορυφαία κωμική ατάκα το «Είπαμε να παντρευτείς αλλά όχι και με τον… Στάλιν» του ευρισκόμενου σε παροξυσμό Γιώργου Κωνσταντίνου προς την «αδερφή του»!!!

2)    «Κάτι κουρασμένα παλικάρια», πρώτη προβολή τον Νοέμβριο του 1967. Η ταινία που καθιέρωσε τον ανυπέρβλητο Λάμπρο Κωνσταντάρα στον ξεμυαλισμένο και νεανίζοντα πενηντάρη που διατηρεί τη γοητεία του και είναι επιρρεπής στο άλλο φύλο και στην καλοπέραση. Η σκηνοθεσία είναι του Ντίνου Δημόπουλου σε σενάριο των Πρετεντέρη-Γιαλαμά από την ομώνυμη θεατρική τους κωμωδία. Τον Λάμπρο Κωνσταντάρα πλαισιώνει ένα λαμπρό επιτελείο πρωταγωνιστών όπως ο «γιατρός» Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η «συνέταιρός του» Μπέττυ Αρβανίτη, ο «φίλος του» Χρόνης Εξαρχάκος, ο «παθιασμένος του έρωτας» Νόρα Βαλσάμη, η «μέλλουσα πεθερά του» Μέλπω Ζαρόκωστα η αδερφή του (στην πραγματικότητα) Μίτση Κωνσταντάρα κ.ά.

3)   «Η κάλπικη λίρα», παραγωγής του 1955. Μοναδική, θρυλική, αξεπέραστη. Σε σκηνοθεσία και σενάριο του Γιώργου Τζαβέλλα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τους καλύτερους έλληνες ηθοποιούς που παρελαύνουν από τη σκηνή; Τις σπονδυλωτές τέσσερις –φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους- ιστορίες; Το μέταλλο της χροιάς της ιδιαίτερης φωνής του αφηγητή Δημήτρη Μυράτ; Ή την τελευταία του φράση «ο παράς είναι πάντα κάλπικος» που εμπεριέχει και το βασικό νόημα όλων των ιστοριών, δηλαδή τη μόνο εφήμερη χαρά που φέρνουν τα χρήματα στους ανθρώπους. Εντυπωσιακό το δίχως άλλο ότι η «Κάλπικη λίρα» ή σωστότερα «Η ιστορία μιας κάλπικης λίρας» έχει συμπεριληφθεί στον… χρυσό κατάλογο με τις 1000 καλύτερες ταινίες παγκοσμίως. Ισως η καλύτερη ελληνική…

4)   «Δεσποινίς ετών 39», πρώτη προβολή Αύγουστος 1954, σε σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου και σκηνοθεσία του ίδιου και του Γιαννακόπουλου. Παρά τα (αναμενόμενα) τεχνικά προβλήματα της εποχής, η ισχυρή προσωπικότητα του Βασίλη Λογοθετίδη τα επισκιάζει όλα! Δεν νομίζω ότι υπάρχει ηθοποιός με το αντίστοιχο πικρό χιούμορ του. Την ενσάρκωση της χαρμολύπης. Στην τελευταία σκηνή, με την «αδερφή του» στα γόνατά του, εγκαταλελειμμένοι απ’ όλους, βουρκώνεις από τη συγκίνηση. Υστερα από 14 χρόνια, βασισμένο στο ίδιο σενάριο, θα γυριστεί το «Ο Ρωμιός έχει φιλότιμο» με τον μέγιστο Λάμπρο Κωνσταντάρα να έχει πάρει τη θέση του πρωταγωνιστή «κ. Kαραντάρη». Ούτε όμως αυτός ο διαπρεπής έλληνας κωμικός δεν θα μπορέσει στις αστείες σκηνές της ταινίας να προσθέσει την πινελιά της μελαγχολίας…

5)   «Μια ζωή την έχουμε», πρώτη προβολή Μάιος 1958. Ο ανυπέρβλητος Δημήτρης Χορν σε πέντε (!) εκδοχές: Μίζερος ταμίας, φινετσάτος μεγιστάνας, τρομαγμένος ρομαντικός, συνειδητοποιημένος φυλακισμένος  και, στο τέλος, πάνω στο καράβι, μελαγχολικός ταξιδιώτης για την Αμερική. Σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα. Ο καταξιωμένος στο θέατρο Χορν δεν έχει ανάγκη τον κινηματογραφικό φακό για να ξεδιπλώσει τις σπάνιες υποκριτικές του δυνατότητες. Μάλλον στο πανί αυτές περιορίζονται. Δεν είναι ακριβώς κωμωδία αλλά ολόκληρη φιλοσοφία…

6)   «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», πρώτη προβολή Φεβρουάριος 1960. Δίχως την ευφάνταστη πλοκή, η συνταγή της επιτυχίας οφείλεται μάλλον στην απόλυτα ταιριαστή χημεία των δύο κατατρομαγμένων πρωταγωνιστών, Ηλιόπουλου και Χατζηχρήστου. Σκηνοθεσία: Τσιφόρος, σενάριο του ιδίου μαζί με τον Πολύβιο Βασιλειάδη. Αλησμόνητη ατάκα του αγαπημένου μας Ντίνου: «Γιατί συρτάκι, κύριε. Χάθηκε εκεί να βάλετε έναν σύρτη χορταστικό…». Αναφέρεται στην ασφάλεια του δωματίου που έχει καταλύσει μαζί με τον Χατζηχρήστο για να αποφύγει τον… Χατζηχρήστο…

7)   «Τα κίτρινα γάντια», πρώτη προβολή Δεκέμβριος 1960. Ο Νίκος Σταυρίδης σε ρεσιτάλ μοναδικής ερμηνείας του αρρωστημένου ζηλιάρη «Ορέστη». Μαζί του ο «σοφέρ», μουστάκιας, Μίμης Φωτόπουλος, και ο Γιάννης Γκιωνάκης στον ρόλο που τον καθιέρωσε, αυτόν του αγαθού και χαζού «Μπρίλη». «Λεμονάδα από λεμόνια θέτε;»! Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις ξεκαρδιστικές ατάκες της ταινίας; Βασισμένο στο θεατρικό «Η Ρένα εξόκειλε» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου και σκηνοθεσία του πρώτου.

8)    «Η χαρτοπαίχτρα», πρώτη προβολή Δεκέμβριος 1964. Η Ρένα Βλαχοπούλου σε μεγάλα κέφια γράφει ιστορία με αυτόν τον ρόλο που πρωτόπαιξε η Κυρία Κατερίνα στο θέατρο. Βασισμένο στο θεατρικό του Δημήτρη Ψαθά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη. Ο αρχοντικός Λάμπρος Κωνσταντάρας δίπλα της ως απαυδισμένος σύζυγος, τη δική τους κωμική πινελιά προσθέτουν ο Κώστας Βουτσάς και η Σαπφώ Νοταρά.

9)   «Υπάρχει και φιλότιμο», πρώτη προβολή Δεκέμβριος 1965. Βασισμένο κι αυτό σε θεατρική κωμωδία των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, σε σκηνοθεσία του τελευταίου. Ο διαχρονικός μας «υπουργός Μαυρογυαλούρος» έχει ήδη παιχτεί στο θέατρο με τους ίδιους πρωταγωνιστές, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία. Αξεπέραστος ο Λάμπρος Κωνσταντάρας σε ρόλο που του πάει γάντι. Σπουδαίος και ο «τοπικός κομματάρχης» Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ως «Γκρούεζας». Ποιος να ξεχάσει τα φάσκελα; Είπαμε: Εξαιρετικά επίκαιρο…

10)  «Τζένη-Τζένη», πρώτη προβολή Φεβρουάριος 1966. Σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο των Γιαλαμά-Πρετεντέρη. Αξιομνημόνευτη η αδυσώπητη πολιτική κόντρα Γκόρτσου και Μαντά, με τον πρώτο να μην εμφανίζεται στην ταινία παρά μόνο σαν… αφίσα! Δροσερή Τζένη Καρέζη, πειστικός «κομματάρχης» ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, του οποίου τα κελεύσματα κρίνουν και τις εκλογές σε τοπικό επίπεδο. Κορυφαία ξεκαρδιστικός διάλογος στο καφενείο:  Παπαγιαννόπουλος: «Γκόρτσος, το παιδί του λαού…». Απάντηση ηλικιωμένου νησιώτη: «Τι παιδί, αυτός είναι σαν και μένα;». Παπαγιαννόπουλος: «Ε, και; Επειδή δηλαδή εσύ γέρασες από τα 80 σου…»!!!

11)  «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», πρώτη προβολή Ιανουάριος 1965. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα. Από τις πιο έξυπνες ελληνικές κωμωδίες με σπαρταριστούς διαλόγους και χαρακτηριστικές ατάκες σε κάθε σκηνή. Αναδεικνύεται σε μια μοναδική ερμηνεία το αστείρευτο ταλέντο του Γιώργου Κωνσταντίνου στον ρόλο του συντρόφου-σατράπη. Μαζί του πρωταγωνιστεί η πειστικότατη Μάρω Κοντού και οι δυο τους πλαισιώνονται από μια πλειάδα καταξιωμένων ηθοποιών που ταυτίστηκαν με τους ρόλους τους όπως η Δέσπω Διαμαντίδου (Κουμπαρομπεμπέκα), Κατερίνα Γώγου (Παγώνα, «τον έπιασε τον θερμοσίφουνα πάλι το γλυκύ του, κυρία…»), Σταύρος Ξενίδης (συνταγματάρχης Χαράλαμπος «Α, εγώ είμαι στρατιωτικός και τα λέω τσεκουράτα…»)

12)  «Μια τρελή… τρελή… σαραντάρα», πρώτη προβολή Απρίλιος 1970. Σε σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη, από το θεατρικό των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου «Σαράντα και…». Μια όμορφη και τρελή σαραντάρα, χήρα και πλούσια, πιέζεται από τα αδέρφια της να παντρευτεί έναν γηραιό πλούσιο κύριο (αλλά… κουφό), ενώ εκείνη είναι ερωτευμένη με έναν νεαρό μουσικό. Στο τέλος θα απορρίψει τις κοινωνικές συμβάσεις και θα ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς της.

13) «Η θεία μου η χίπισσα», πρώτη προβολή Νοέμβριος 1970. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Μια μεσόκοπη γυναίκα εργάζεται ως καθαρίστρια για να σπουδάζει την κόρη της στην Αμερική. Ολα ανατρέπονται όμως όταν λαμβάνει γράμμα πως η κόρη της έρχεται στην Ελλάδα κι έτσι ένας πλούσιος γνωστός της τη βοηθάει να παραστήσει την ευκατατάστατη. Οταν η κόρη της φθάνει, διαπιστώνει πως είναι μια χίπισσα της εποχής, η οποία παρατάει τον χίππη αρραβωνιαστικό της και τα φτιάχνει με τον πλούσιο νεαρό, ενώ η μάνα της παντρεύεται τον πλούσιο Ελληνοαμερικάνο πατέρα του πρώην αρραβωνιαστικού της κόρης της.

14) «Ο Φαντασμένος», πρώτη προβολή Οκτώβριος 1973. Σενάριο Ανδρέας Βλασσόπουλος, σκηνοθεσία Ντίνος Δημόπουλος. Ενας φαντασμένος επιχειρηματίας ονειρεύεται τη μεγάλη ζωή και αρνείται να δεχθεί τον αγαπημένο της κόρης του, επειδή τον θεωρεί ταπεινής καταγωγής. Κάποια στιγμή θεωρεί πως στο πηγάδι στο κτήμα του έχει βρεθεί πετρέλαιο. Σπεύδει να ιδρύσει εταιρεία πετρελαιοειδών και ετοιμάζεται να παντρέψει την κόρη του με τον τεμπέλη γιο μιας μαυραγορίτισσας της Κατοχής. Ετσι, περιστοιχίζεται από ανθρώπους αμφιβόλου ηθικής, ωσότου αποκαλύπτεται πως πετρέλαιο δεν υπάρχει, δέχεται τον αρραβωνιαστικό της κόρης του και παντρεύεται τη γραμματέα του.

Ασφαλώς και έχω αδικήσει παραγωγούς, σεναριογράφους, σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Γι’ αυτό περιμένω και τις δικές σας προτάσεις για να συμπληρώσουμε το παζλ της ομορφότερης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Υπενθυμίζω πως αναφερόμαστε στην περίοδο 1945-1975.

 

Άρης Νόμπελης