Μιλώ για την απόκληρη γενιά των αγαλμάτων
που ξαγρυπνάνε στο λιθόστρωτο της λήθης.

Για κείνα που μετράνε τα πουλιά
σε πάρκα και πλατείες ριζωμένα,
με τις ρωγμές της ερημιάς στο μέτωπο
και τις κραυγές της σιωπής στο βλέμμα.

Παραδομένα στα πλοκάμια της βροχής,
στα φλογισμένα μπράτσα του Αυγούστου,
ανήμπορα ν’ αντισταθούν στους κόκκινους Χρησμούς
που συλλαβίζουν τα παιδιά της ουτοπίας.

Φαντάσματα στις όχθες των καιρών
μαρμάρινα σεντόνια τυλιγμένα,
ταξίδια σχεδιάζουν ανεκπλήρωτα
σε θέατρα ονείρων γκρεμισμένα.

Βλέπεις, δεν βγήκαν απ’ τη σμίλη του Φειδία
να μεταφράζουν με το κάλλος τους τον Ομηρο,
μήτε απ’ το χέρι του Γιαννούλη Χαλεπά
να ξελογιάζουν με τη χάρη τους τη νύχτα.

Με άλλα όπλα νίκησαν τον Χάροντα.
Με το σπαθί τους. Με το φώς. Με το τραγούδι.

Μιλώ για την απόκληρη γενιά των αγαλμάτων
που ξαγρυπνάνε στα λιθόστρωτα της λήθης.

Για κείνα που μετράνε τις στιγμές
ν’ αφουγκραστούν τα όργανα της φιλαρμονικής,
να υποδεχθούν τα λιγοστά στεφάνια της συγγνώμης
και να διαβάσουν το δελτίο της γιορτής
στη βάση του θλιμμένου φανοστάτη.

 

Χάρης Μελιτάς