Ο Αγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα, στις 15 Μαρτίου 1884 και έφυγε από τη ζωή στις 19 Ιουνίου 1951. Η καταγωγή του ήταν κεφαλονίτικη. Ο Κεφαλονίτης πατέρας του, που οι συμπατριώτες του τον αποκαλούσαν Γιαννάκη Τσιτσιλιάνο, ήταν δάσκαλος στη Λευκάδα. Η μητέρα του ήταν ηπειρωτικής καταγωγής και οι πρόγονοί της συγγένευαν με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Εξ αιτίας της συγγένειας αυτής ο Αγγελος Σικελιανός θεωρείται απόγονος των ηπειρωτών αγωνιστών της Εθνεγερσίας.

Ο Σικελιανός, από μαθητής του γυμνασίου έδειξε την τάση του προς την ποίηση. Σε ηλικία 15 χρόνων έγραψε το πρώτο του ποίημα : Και του δροσόπαγου έχυσε την κρύαν ανατριχίλα, / σα σε καμέλιας φύλλα, / η αγάπη του βοριά. / Κι η μαρμαρένια αχνάδα της σκεπάστη από μιαν άχνη, / σα διαμαντένια πάχνη / η αγάπη του βοριά.

Ο γάμος του ποιητή με την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ ήταν σημαντικό γεγονός και επέδρασε αποφασιστικά στη ζωή του.

Το ζεύγος Σικελιανού, διαπνεόμενο από φυσιολατρεία, έζησε μετακινούμενο σε διάφορους τόπους της Ελλάδας. Στη Λευκάδα, σε χωριά της Κορινθίας, στην Κηφισιά, στη Σαλαμίνα και στους Δελφούς.

Ο Σικελιανός, μορφή της πνευματικής μας ζωής, εκτός από την ποίηση είχε και μια άλλα σπουδαία “δράση”. Εμπνεύστηκε τη Δελφική Ιδέα με τις παραστάσεις στους Δελφούς, από το 1927 ως το 1930. Οι δελφικές γιορτές εγκαινιάστηκαν το 1927 με την παράσταση του “Προμηθέα Δεσμώτη” του Αισχύλου. Την παράσταση επιμελήθηκε με μεγάλη επιτυχία η Εύα. Το 1930 , στις δεύτερες Δελφικές Γιορτές, ο Σικελιανός απευθύνθηκε στους διανοητές όλου του κόσμου (Δελφικό Κάλεσμα). Τον Οκτώβριο του 1932 απηύθυνε διακήρυξη προς τους Ελληνες εκπαιδευτικούς (Δελφική Ενωση).

Σχετικώς με την ποίηση του Σικελιανού οι κριτικοί συμφωνούν – και εμείς μαζί – ότι για τον Σικελιανό η ποίηση ήταν ανάγκη ζωής. Σε κάποια αποστροφή του είπε ότι την ποίηση πρέπει να τη δίνουμε στο Λαό, όπως θα μοιράζαμε ψωμί στους πεινασμένους. Αυτή την αρετής της απλοχεριάς ο ποιητής την απέκτησε δοξάζοντας ένα μεγάλο πέλαγος : Το Ιόνιο.

Για λεπτομερή αναφορά και κριτική του έργου του Αγγελου Σικελιανού σε λίγες γραμμές, αισθανόμαστε αδύναμοι. Ο σκοπός μας περιορίζεται στην υπόμνηση της ημερομηνίας γέννησης και του έργου του περιληπτικώς. Θα παραθέσουμε μόνο το τελευταίο τετράστιχο από το ποίημα – εμβατήριο, με το οποίο ο ποιητής αποχαιρέτισε τη σορό του Κωστή Παλαμά, οδηγώντας χιλιάδες λαού να ψάλουν τον Εθνικό μας Υμνο, μπροστά στους δυο κατακτητές και να πορεύονται σε “Επανάσταση”. Ηταν, θα γράψει ο Μιχ. Περάνθης από τις στιγμές που Λαός και Ποιητής δένονται ακατάλυτα στην ίδια θερμουργό πίστη.

“… Ηχήστε, οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγγα, Παιάνα!  Οι σημαίες οι φοβερές

στης Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε τον αέρα!

ΝΟΜΠΕΛΗΣ ΦΩΤΗΣ
415 Κωδικός 3222
Κατηγορία Πολιτισμός