Οι Αμαζόνες (εν. ο Αμαζόνας) ήταν λαός κυνηγών και πολεμιστών της Ευρασίας που ανήκαν στις νομαδικές  φυλές  που οι Έλληνες ονόμαζαν   Σκύθες.  Ήταν  λαοί που ζούσαν στη μεγάλη περιοχή από τη Θράκη, την Ιλλυρία, τη  Μαύρη Θάλασσα, τις στέπες της Ευρασίας  μέχρι την Κίνα. Οι Αμαζόνες δεν εμφανίζονται μόνο σε ελληνικούς μύθους αλλά και στους μύθους των λαών που ζούσαν σε αυτές τις περιοχές. Σύμφωνα με τον Ισοκράτη η Αθήνα είχε τρεις μεγάλους εχθρούς: τους Θράκες, τους Πέρσες και τους «Σκύθες που ηγούνται από τις Αμαζόνες».

Σύμφωνα με το μύθο, οι πολεμίστριες Αμαζόνες κατάγονταν από τον θεό του πολέμου Άρη και τη νύμφη Αρμονία, ή κατ΄ άλλες εκδοχές  τη θεά Άρτεμι ή τη θεά  Αθηνά. Η Άρτεμις, θεά του κυνηγιού, της ελεύθερης ζωής στη φύση και της άρνησης του γάμου, ήταν η θεότητα που λάτρευαν κατά κύριο λόγο και προς τιμήν της χόρευαν πυρρίχιους πολεμικούς χορούς. Πυρρίχιος  είναι ο αρχαιότερος ελληνικός πολεμικός χορός, χορευόταν από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Κύπρο και την Κρήτη και τον έχουν διασώσει οι Πόντιοι μέχρι σήμερα . Οι χορευτές χόρευαν κρατώντας ασπίδα και δόρυ και φορώντας περικεφαλαία.

Οι Αμαζόνες λάτρευαν επίσης και τη θεά Κυβέλη στην οποία θυσίαζαν άλογα.

Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία χρησιμοποίησε το παράδειγμα των Αμαζόνων ως επιχείρημα για τη συμμετοχή των γυναικών στο στρατό ενώ ο Αριστοφάνης εμπνεύστηκε από αυτές για να γράψει τη  «Λυσιστράτη» και τις  «Εκκλησιάζουσες».

Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά του ονόματος Αμαζόνες γίνεται στην Ιλιάδα όπου ο Όμηρος μιλάει για «Αμαζόνες αντιάνειραι». Ο πληθυντικός θεωρείται ότι δεν υποδήλωνε απαραίτητα γυναίκες, αλλά έναν ολόκληρο λαό, όπως για παράδειγμα οι Μυρμιδόνες, οι Τρώες, οι Έλληνες ή οι Πέρσες. Οι αρχαίοι Έλληνες, όταν ήθελαν να υποδηλώσουν ομάδες γυναικών δεν χρησιμοποιούσαν την κατάληξη –ες, αλλά συνήθως την κατάληξη –αι, π.χ. «νύμφαι» ή «Τρωοίαι» (γυναίκες της Τροίας). Οι λαοί αυτοί που ονομάζονταν «Αμαζόνες» από τον Όμηρο, χαρακτηρίζονταν από το ότι συμπεριελάμβαναν στο στρατό τους γυναίκες. Η εκδοχή ότι το όνομα «Αμαζόνες» προέρχεται από το στερητικό άλφα και τη λέξη μαζός που σημαίνει μαστός (επειδή σύμφωνα με μια θεωρία ακρωτηρίαζαν   το δεξί τους  στήθος για να διευκολύνουν το χειρισμό του τόξου, προήλθε από τον αρχαίο ιστορικό Ελλάνικο τον 5ο αι π.Χ.  αλλά δεν ανταποκρίνεται στην  αλήθεια γιατί οι μαστοί δεν εμποδίζουν με κανένα τρόπο την αποτελεσματική χρήση του τόξου ούτε οι Αμαζόνες  έχουν απεικονιστεί ποτέ με έναν μαστό στις πολυάριθμες ζωγραφικές ή γλυπτές απεικονίσεις τους.  Η αφαίρεση του μαστού ήταν απλά μια εφεύρεση-δικαιολογία  για να υποδηλωθεί ότι οι Αμαζόνες, που μάχονταν σαν άνδρες, δεν ήταν απόλυτα γυναίκες, αλλά κατά κάποιον τρόπο ήταν μισοί άνδρες.

Μία άλλη ερμηνεία είναι εκείνη του a – maza, δηλαδή «χωρίς σιτηρά» γιατί οι νομαδικοί λαοί από τους οποίους προέρχονταν οι Αμαζόνες δεν έτρωγαν σιτηρά, αλλά τρέφονταν κυρίως με κρέας και γάλα αλόγου. Ή επίσης a – maza από την αναφορά στη Σελήνη που  στα Κιρκασιανά μπορεί να σημαίνει ιέρεια της Σελήνης.

Άλλη  ερμηνεία είναι εκείνη του ama – zonai, που σημαίνει «εκείνες που φοράνε ζώνες». Φυσικά δεν πρόκειται για απλές ζώνες αλλά για «ζωστήρες», ένα συγκεκριμένο κομμάτι πολεμικής εξάρτησης που φορούσαν και οι Έλληνες. Το όνομα αυτό υποδήλωνε το γεγονός ότι οι γυναίκες αυτές φορούσαν πλήρη πολεμική εξάρτηση και υπογράμμιζε την πολεμική τους διάσταση. Άλλωστε ένας από τους άθλους του Ηρακλή ήταν να κλέψει τη Ζώνη της Αμαζόνας βασίλισσας Ιππολύτης. Αν επρόκειτο απλά για μία γυναικεία ζώνη θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί «άθλος» η απόκτησή της. Παρεπιμπτόντως,  κάτι που δε μας δικαιολογεί η ιστορία είναι πώς είναι δυνατό το να κλέψεις κάτι να θεωρείται άθλος και όχι ποταπή, αξιοκατάκριτη πράξη.

Υπάρχουν κι άλλες ερμηνείες από τα αρχαία περσικά, τα εβραϊκά, τα μογγολικά, τα γοτθικά, τα σανσκριτικά, τα αρμενικά, τα φοινικικά, και τα σλαβικά. Όπως οι εξής: Απρόσιτη, χωρίς άνδρα, έντιμη,  μόνο γυναίκες, πολεμίστρια, νέα, ισχυρή, πεσούσα γυναίκα, εξαίρετη γυναίκα, παρθένα, παιδί της θεάς Σελήνης, μητέρα αρχόντισσα, ανδροπρεπής γυναίκα. Καμία ερμηνεία όμως δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα.

Καταγωγή: Ο Όμηρος στην Ιλιάδα τις τοποθετεί στη Φρυγία και τη Λυκία ενώ ο Ευριπίδης στον Πόντο. Ο Αισχύλος στο έργο του «Προμηθέας Δεσμώτης» προέβλεψε ότι οι Αμαζόνες τελικά θα εγκαθίσταντο στην πόλη του Ευξείνου Πόντου, Θεμίσκυρα , που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Θερμόδοντα. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελό η αμαζόνα Πυθόδορις, μία γυναίκα «εξαιρετικής ευφυΐας, δύναμης και πολεμικής ικανότητας», εκπαίδευσε μία ομάδα γυναικών και υποδούλωσε μία μεγάλη περιοχή στην Εύξεινο Πόντο όπου και ίδρυσε τα Θεμίσκυρα. Υπό την ηγεσία αυτής της «μεγαλόψυχης ηγεμόνος που ήταν πολύ αγαπητή στους υπηκόους της, τα νεαρά κορίτσια εκπαιδεύονταν στο κυνήγι και έκαναν πολεμικές ασκήσεις κάθε μέρα».

Οι Αμαζόνες, σύμφωνα με τους Έλληνες, έκαναν πολλές επιδρομές στις γειτονικές χώρες αλλά και μακρύτερα, κτίζοντας ταυτόχρονα και καινούριες πόλεις. Η Έφεσος για παράδειγμα, που φιλοξενούσε τον ναό της Αρτέμιδος, της προστάτιδας των Αμαζόνων, θεωρείται ότι ήταν αμαζονική πόλη. Το ίδιο και η Κολχίδα. Στα μετέπειτα χρόνια οι Έλληνες πήγαν να ψάξουν το βασίλειό τους, αλλά δεν το βρήκαν στη συγκεκριμένη περιοχή, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι Αμαζόνες ήταν κατά βάση νομαδικός λαός που μετακινείτο συνεχώς. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι κατέφυγαν σε βορειότερες περιοχές (στο βόρειο Καύκασο) μετά την ήττα τους από τον Ηρακλή και την κλοπή της ζώνης της βασίλισσάς τους. Ο Στράβων  αναφέρει ως τόπο καταγωγής τους τον Πόντο, την Κολχίδα και τον Καύκασο. Γενικά πάντως, βασίλεια των Αμαζόνων θεωρούνταν ότι υπήρχαν σε πολλές περιοχές του κόσμου, π.χ. στη Λιβύη.

Στην Κευλάνη (σημερινή Σρι Λάνκα) κατά τον Μάρκο Πόλο, υπήρχαν δύο νησιά στα οποία ζούσαν χωριστά άνδρες και γυναίκες που ήταν παντρεμένοι μεταξύ τους.

Οι επιστημονικές έρευνες για τη μητριαρχική εποχή έχουν αποδείξει ότι τότε δημιουργήθηκαν οι πρώτες μεγάλες γυναικείες θεότητες όπως η Γη, η Σελήνη, η Δήμητρα και ήταν μια μακρά ειρηνική εποχή με ισότητα των δύο φύλων, κοινές ανακαλύψεις, εξημέρωση άγριων ζώων, δημιουργία τεχνών όπως η αγγειοπλαστική και η καλαθοπλεκτική. Η μητριαρχία είναι η πρώτη μορφή κοινωνικής οργάνωσης των ανθρώπων της προϊστορικής περιόδου (ως και το 2500 π.Χ περίπου) με κυρίαρχα χαρακτηριστικά τη γυναικοκρατία και τη λατρεία της Μητέρας Θεάς. Η μητριαρχία είναι κοινωνιολογικός, πολιτικός και θρησκευτικός όρος: είναι  μορφή διακυβέρνησης ενός κράτους και κατ’ επέκτασι  “ένα σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, στο οποίο υπολογίζεται μόνο η μητρική συγγένεια, ενώ η γυναίκα-μητέρα κατέχει την κυρίαρχη θέση στην κοινωνία και στην οικογένεια. Η γυναίκα αποτελεί αρχηγό του γένους, οπότε και κληρονομικά δικαιώματα μεταβιβάζονται στα θηλυκά μέλη της κάθε οικογένειας. Στη θρησκευτική του διάσταση, συνδέεται συχνά με λατρεία γυναικείων θεοτήτων της μητρότητας και γονιμότητας .

Τη μητριαρχία διαδέχθηκε η πατριαρχία που είναι νεαρής ηλικίας σχετικά  με την πρώτη.Ο Τζέιμς Φρέιζερ και εκείνοι που επηρέασε, όπως ο Ρόμπερτ Γκρέιβς και η Μαρίγια Γκιμπούτας, ανέπτυξαν τη θεωρία ότι όλες οι θεότητες της Ευρώπης και της αιγαιακής λεκάνης προήλθαν από μία  πρωτο-ινδοευρωπαϊκή θεότητα της νεολιθικής μητριαρχίας. Υπήρξε βασικός θεσμός στις πρωτόγονες κοινωνίες και συνεχίζει να διατηρείται μέχρι σήμερα σε ορισμένους λαούς, για παράδειγμα στους Τουαρέγκ, τους Ιροκουά, στα νησιά Τρόμπριαντ, στους Μινανγκαμπάου της Ινδονησίας ή στις Κομόρες.

 

Μ.Χ. Αναγνωστοπούλου