Γυρνάμε τον χρόνο πίσω: Στο μακρινό 1965 μια πενηντατετράχρονη, η Ειρήνη Τ., ερωτευμένη σφόδρα με τον 26χρονο (!) ηλεκτρολόγο Βασίλη Τ., ο οποίος ήταν 28 ολόκληρα χρόνια μικρότερός της, δεν βλέπει με… καλό μάτι τον αρραβώνα του με τη Βασιλική. Η πενηντατετράχρονη από την Αμφιλοχία αποφασίζει να περάσει στη… δράση. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1965 στέλνει ένα δέμα στην οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του ηλεκτρολόγου, που περιέχει ζάχαρη, καφέ, μπισκότα και κουραμπιέδες. Στους τελευταίους έχει φροντίσει να ρίξει άφθονο παραθείο για να δηλητηριάσει τη Βασιλική. Η οικογένειά της δεν θα υποψιαστεί το παραμικρό αφού το δέμα έρχεται από την Αμφιλοχία, το μέρος που δουλεύει ο ηλεκτρολόγος-αρραβωνιαστικός. Η Βασιλική όμως νηστεύει και δεν θα δοκιμάσει, σε αντίθεση με τον πατέρα της, ο οποίος και θα καταλήξει μέσα σε φριχτούς πόνους. Ενας γιατρός της περιοχής θα βεβαιώσει πως ο ηλικιωμένος πέθανε από την καρδιά του-άλλωστε αντιμετώπιζε χρόνια καρδιακά προβλήματα. Η κηδεία θα πραγματοποιηθεί ανήμερα των Χριστουγέννων κι εκεί θα βρίσκεται και ο ηλεκτρολόγος για να τον συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία.

Αλλά το δράμα της οικογένειας της αρραβωνιαστικιάς δυστυχώς δεν τελειώνει εκεί. Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων τα δύο ανιψάκια της Βασιλικής θα φάνε από έναν κουραμπιέ το καθένα. Υστερα από λίγη ώρα θα ασθενήσουν βαριά και θα μεταφερθούν από τον πατέρα τους εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Είναι όμως αργά για τα δύο κοριτσάκια που τελικά θα εκπνεύσουν… Αξίζει να αναφερθεί πως δύο ακόμη γυναίκες δοκίμασαν τους δηλητηριασμένους κουραμπιέδες αλλά σώθηκαν με ελαφρά δηλητηρίαση η κάθε μία.

Έπειτα από έρευνες των αστυνομικών αρχών θα ανακριθεί η πενηντατετράχρονη Ειρήνη και θα ομολογήσει. Ομως, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης θα προκύψουν σοβαρές ευθύνες και για τον ηλεκτρολόγο, που οι αρχές κατηγόρησαν για ηθική αυτουργία στην όλη υπόθεση. Τον Μάρτιο του 1967 στο Κακουργιοδικείο Πατρών ξεκινάει η δίκη των κατηγορουμένων. Και όπως γίνεται πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις, η μεν Ειρήνη θα επιχειρήσει να ρίξει το βάρος στον εραστή της, λέγοντας πως εκείνος την απειλούσε και την εκβίαζε, ενώ παραπλήσια στάση θα κρατήσει και ο ηλεκτρολόγος που θα ισχυριστεί πως δεν γνώριζε τίποτα απολύτως για το δηλητήριο, ενώ θα επισημάνει πως η Ειρήνη ήταν αυτή που τον κυνηγούσε και δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ο εισαγγελέας υπήρξε καταπέλτης στην αγόρευσή του: Απαίτησε να μην αναγνωριστεί σε κανέναν από τους δύο ελαφρυντικό, ενώ τους κατηγόρησε ως «απαίσιους εγκληματίες», με κίνητρο το ερωτικό πάθος για τη γυναίκα και τα χρήματα για τον ηλεκτρολόγο.

Η απόφαση του δικαστηρίου δεν θα ικανοποιήσει το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Η Ειρήνη θα καταδικαστεί σε 20 χρόνια κάθειρξη, αφού της αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της μέτριας σύγχυσης και δέχθηκε πως είχε επιδείξει καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση των εγκλημάτων της. Ο Βασίλης θα απαλλαγεί όλων των κατηγοριών, απόφαση που ο εισαγγελέας χαρακτήρισε «σκανδαλωδώς πεπλανημένην». Σε μια εποχή που ίσχυε ακόμη η θανατική ποινή, αυτή η πέρα από κάθε λογική απόφαση υπήρξε πραγματικό σκάνδαλο που δεν άφησαν ασχολίαστο τα μέσα της εποχής εκείνης…

 

Άρης Νόμπελης

*Στοιχεία για το κείμενο πάρθηκαν από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου «Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα»