Από τις αναρίθμητες κοπέλες που το διάβα τους έφερνε στον πεζόδρομο, εγώ έκανα (και πάλι) την πιο ατυχή επιλογή: Ενα κορίτσι με αδιαμφισβήτητα ωραίο και γοητευτικό πρόσωπο, μια κοπέλα που φαινόταν τετραπέρατη και με ναζιάρικη διάθεση, μια γυναίκα κοντούλα αλλά αισθησιακή, μια κλασική όμως ανάφτρα!!!

Την έλεγαν Νατάσα (γιατί με κυνηγάει αυτό το όνομα δεν ξέρω) και η καταγωγή της ήταν από το μικρό νησί Σύμη των Δωδεκανήσων. Το επίθετο δεν το θυμάμαι αλλά και για ευνόητους λόγους δεν θα το ανέφερα. Η Νατάσα έδειξε εξαρχής ένα έντονο ενδιαφέρον. Δεν υπήρχαν καν υπονοούμενα αλλά ολόκληρες συζητήσεις που σχεδόν κατέληγαν σε σημείο να μου εξομολογηθεί πρώτη τον έρωτά της. Μου έδωσε το τηλέφωνό της-νομίζω πως έμενε προς τη Ν. Σμύρνη. Μιλούσαμε σε καθημερινή βάση, τηλεφωνικώς ή διά ζώσης και έπειτα από περίπου δυο εβδομάδες που όλα έδειχναν ότι οδηγούμασταν στην αρχή μιας σχέσης, αποφάσισα να κάνω το αυτονόητο βήμα και την πρόταση να βγούμε.

Κάποια Παρασκευή μεσημέρι, η Νατάσα, ή το «πιπίνι του Μπαλή» όπως τη φώναζαν αστειευόμενοι οι συνάδελφοί μου, ανταποκρίθηκε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στην πρότασή μου και μου είπε συνωμοτικά πως «Τα υπόλοιπα θα τα πούμε το βράδυ». Ολα αυτά συνέβαιναν σε διπλανό τής υπηρεσίας καφέ, και κατά τη διάρκεια της κουβέντας η Νατάσα μού κρατούσε σφιχτά το χέρι και μου έδινε υποσχέσεις για μια νύχτα που δεν θα ξέχναγε κανείς μας. Οταν χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο, ξεκίνησα να σιγοτραγουδώ την επιτυχία του Πάνου Γαβαλά… τροποποιημένη: «Αφού το θέλει η καρδιά σου, η Νατάσα είν’ δικιά σου, γεια σου, Ρένο, γεια σου…».

Φθάνοντας σπίτι μου το μεσημέρι μετρούσα αντίστροφα τις ώρες για να καλωσορίσω το καλοκαιριάτικο απόγευμα και μαζί του το τηλεφώνημα από τον έρωτά μου για να κανονίσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες για την πολυπόθητη έξοδό μας. Τη συνέχεια τη φανταστήκατε: το λυτρωτικό χτύπημα του τηλεφώνου δεν ακούστηκε ποτέ, οι δικές μου κλήσεις έμειναν αναπάντητες, η Νατάσα εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί της και όλες τις υπέροχες, ρομαντικές στιγμές που περάσαμε ανάμεσα στις βάρδιες στον πολύβουο πεζόδρομο. Εγώ έμεινα μόνος παρέα με τις σκέψεις μου να αναρωτιέμαι τι πήγε στραβά και πέρασα ένα αλησμόνητα μελαγχολικό Σαββατοκύριακο.

Τη Δευτέρα το πρωί μια διαφορετική Νατάσα έκανε την εμφάνισή της στον πεζόδρομο: Απόμακρη, αδιάφορη, παγερή… Μέχρι τότε πίστευα ότι αυτός που ευθύνεται για το στήσιμο στο ραντεβού έπρεπε να απολογηθεί. Εκείνη τη μέρα όμως θα αντιλαμβανόμουν πως μπορεί να συμβεί και το αντίθετο: Να παρεξηγηθεί η Νατάσα! Το μόνο που κατόρθωσα ήταν να την πείσω με τα χίλια ζόρια να την πετάξω στο σπίτι της και να συζητήσουμε για λίγο στο αυτοκίνητο: Η παράσταση που έπαιζε η παράξενη αυτή κοπέλα έφθανε στο τέλος της: «Με πιέζεις πολύ, νιώθω σαν να δίνω… πανελλήνιες εξετάσεις…» μου είπε ενοχλημένη. Την πίεζα… Εγώ απλώς τη ρωτούσα με δικαιολογημένη αγωνία τι μεσολάβησε μέσα σε λίγες ώρες και άλλαξε γνώμη για τη βραδινή μας συνάντηση. Κάθε λογικός άνθρωπος θα είχε την ίδια απορία.

Τυφλωμένος από τον έρωτα για τη Νατάσα, έκανα μια απονενοημένη κίνηση: Επικοινώνησα με μια φίλη της που ήδη γνώριζα και θέλησα να τη ρωτήσω. Η απάντηση ακούστηκε σαν αστραπόβροντο στ’ αυτιά μου: «Η Νατάσα, Ρένο, τα έφτιαξε από προχθές με τον αδερφό μου. Δεν γνωρίζω τίποτα για ραντεβού και τέτοια…».  Το επόμενο φυσικά τηλεφώνημα έγινε από την ίδια τη Νατάσα που με εκνευρισμένη φωνή μού ζήτησε να μην την ενοχλήσω ξανά.

Οσοι διαβάσατε προσεχτικά το κείμενο πιθανότατα θα θυμηθήκατε αντίστοιχες Νατάσες-δεν αποκλείω ακόμη και την ίδια! Δεν ξέρω αν η σημερινή ετών 39 Νατάσα άλλαξε την ανάρμοστη συμπεριφορά της και τον απαίσιο χαρακτήρα της. Της το εύχομαι, ειδάλλως θα είναι ακόμη μόνη και θα έχει μετατρέψει σε… χόμπι την κοροϊδία και το στήσιμο καλοπροαίρετων ανδρών. Δεν γνωρίζω καν αν θα θυμάται τον καλόκαρδο ναύτη που την περίμενε για να ταξιδέψουν στ’ όνειρο μια Παρασκευή βράδυ. Δεν ξέρω αν έχει μετανιώσει γι’ αυτή και αντίστοιχες επιλογές της. Το βέβαιο είναι πως άλλαξε οριστικά έναν αφελή άντρα σε καχύποπτο και με δεύτερες σκέψεις πληγωμένο άνθρωπο. Και δεν πρέπει να καμαρώνει για το επίτευγμά της αυτό…

 

Ρένος Μπαλής