Περνούν τα ηλιογέρματα κι οι ανατολές

κι οι παπαρούνες πια ξεφύλλισαν κι εγείρανε

πάνω στο ερείβωλο το χώμα, που τα σπλάχνα του

κρύβουν αγάλματα, αγγεία κι αναμνήσεις.

Τις σιταρήθρες καρτερούν οι κυνηγοί

-δέν καταδέχονται τους φλύαρους σπουργίτες-

Τα σπίτια απόμειναν  κοιτάζοντας τη δύση

με λαμπερά  γυαλοπαράθυρα στο λόφο,

ποιό να προφτάσει τη στερνή την ηλιαχτίδα.

Κι εγώ, που μ΄ έκλεισαν σε κάμαρα γυμνή,

ριγμένος σε μιαν άβολη καρέκλα συλλογιέμαι

τις πασχαλίτσες που τις έπλεκα στεφάνι

για να στολίσω Εσταυρωμένο κι Αναστάντα

αυτά τα χρόνια που περάσαν… Τη λαμπάδα μου,

που την εστόλιζα κάθε χρονιά με τις κορδέλες

που μου τις χάρισε «εκείνη», η αξέχαστη…

 Και καρτερώ, τον «Θάνατον Πατήσας»

να πω ξανά «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, ΑΛΗΘΩΣ»

Κώστας Μπιζάνος

12.4.2020