Ο Τούρκος διοικητής της Θεσσαλονίκης, τρομοκρατημένος από τη γενίκευση του ξεσηκωμού των ραγιάδων, έστειλε αυστηρές διαταγές να στρατολογηθούν όσοι το δυνατόν περισσότεροι άντρες, για να αντιμετωπισθούν οι επαναστάτες.

Ηταν όμως τόση η ορμητικότητα του επαναστατημένου ραγιά, ώστε οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να σταθούν πουθενά. Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν πανικόβλητοι τις θέσεις τους και να υποχωρούν προς τη Θεσσαλονίκη.

Ετσι, με ανεμπόδιστη πλέον προέλαση ο μεν Παπάς με τους πολεμιστές του Αγίου Ορους στρατοπέδευσε στο Λαγκαδά, ο δε Χάψας έφθασε στο Σέδες.

Κι όμως παρά τις πρώτες επιτυχίες, η υπεροχή των επαναστατών δεν διατηρήθηκε πολύ. Στα μέσα Ιουνίου, ο Μπεϋράν πασάς, με εντολή του σουλτάνου – με τις μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις του – έσπευσε στη Μακεδονία για να καταπνίξει την επανάσταση.

Φθάνοντας στη Μακεδονία, ο Μπεϋράν αντιμετώπισε πρώτα τον Παπά. Αφού οι εχθρικές δυνάμεις ήταν συντριπτικά υπέρτερες, έχοντας και επαρκές ιππικό, ο Παπάς δεν είχε άλλη λύση παρά να υποχωρήσει με σοβαρές απώλειες προς το Αγιο Ορος.

Μετά τη συντριβή του Εμμανουήλ Παπά, ο Μπεϋράν πασάς στράφηκε κατά του Χάψα. Κι εκείνος όμως δεν άντεξε την πίεση του τουρκικού στρατού και υποχώρησε προς τα βουνά, για να αποφύγει το ιππικό.

Μετά τις δύο νίκες του, στη Χαλκιδική και το Αγιο Ορος, ο Μπεϋράν κατέβηκε στη νότια Ελλάδα, όπου στο μεταξύ, ο ξεσηκωμός των ραγιάδων είχε γενικευθεί.

Από τους επαναστάτες της Χαλκιδικής και του Αγίου Ορους, όσοι μπόρεσαν να γλυτώσουν, κυρίως οι καλόγεροι, ζήτησαν άσυλο στη μοναστηριακή περιοχή. Οι περισσότεροι όμως, περίπου τρεις χιλιάδες, έφτασαν στην Κασσάνδρα. Εκεί έσκαψαν ένα βαθύ χαντάκι, από την Ποτίδαια μέχρι τον Αγιο Μάμα. Το οχύρωσαν και ταμπουρώθηκαν πίσω απ’ αυτό. Λόγω έλλειψης όμως εφοδιασμού και από κάποιες αντιζηλίες, οι τρεις χιλιάδες έμειναν μόνο εξακόσιοι, που όμως αντιστάθηκαν αποτελεσματικά.

Οι Τούρκοι, ανησυχώντας σοβαρά για την επανάσταση στην Ανατολική Μακεδονία, διόρισαν διοικητή της Θεσσαλονίκης τον Αβούλ Αβούτ με αυστηρές εντολές για να καταπνίξει την επανάσταση.

Ο Αβούτ ήταν εξωμότης, γιος χριστιανού κληρικού, εξαιρετικά σκληρός, δραστήριος και πολυμήχανος. Είχε συγκεντρώσει είκοσι χιλιάδες πολεμιστές, αλλά τον ακολουθούσαν και αμέτρητα στίφη τουρκικού και εβραϊκού όχλου. Ο Αβούτ έκανε αρχικά δελεαστικές προτάσεις, που όμως απορρίφθηκαν από τους Ελληνες. Στις 29 Οκτωβρίου ο Αβούλ Αβούτ αφού έκανε γενική επίθεση και κατόρθωσε να νικήσει την απεγνωσμένη αντίσταση των Ελλήνων, προχώρησε στο εσωτερικό της χερσονήσου, σκορπίζοντας στο πέρασμά του την καταστροφή και την ερήμωση.

Ο πασάς έστειλε αγγελιοφόρους στα μοναστήρια, υποσχόμενος να σεβαστεί τα προνόμια του Αγίου Ορους. Αξίωνε να του στείλουν τον οπλισμό τους και τρία εκατομμύρια γρόσια. Επίσης, ο Χασεκή Χαλίλ μπέης έστειλε διαταγή στο μοναστήρι του Εσφιγμένου απαιτώντας να του παραδώσουν τον ηγούμενο Ευθύμιο, τον Εμμανουήλ Παπά και τον Νικηφόρο.

Οι Ελληνες απέρριψαν όλες τις προτάσεις.

Στο μεταξύ όμως, ο Παπάς με τον Γιαννάκη Χατζηπέτρο και τον γιο του και μερικούς αφοσιωμένους συντρόφους, τον ηγούμενο του μοναστηριού και μερικούς καλογήρους που είχαν συγκεντρώσει τα πολυτιμότερα κειμήλια και τα άγια λείψανα, είχε μπαρκάρει στο μπρίκι του Φιλικού καπετάνιου Αντώνη Χατχηβισβίζη.

Ετσι το πλοίο σάλπαρε για την Υδρα, για να συνεχίσουν τον αγώνα. Καθώς όμως περνούσε από το Κάβο-Ντόρο, ο Παπάς, εξαντλημένος από τις κακουχίες και τις συγκινήσεις, έπεσε σαν κεραυνόπληκτος στο κατάστρωμα του πλοίου. Ετσι μεταφέρθηκε νεκρός στην Υδρα, όπου κηδεύτηκε με τιμές αρχιστρατήγου.

Αφού τελείωσε την «αποστολή» του, ο Αβούλ Αβούτ επέστρεψε στην έδρα του σέρνοντας ατέλειωτη σειρά από σκλαβωμένους λαϊκούς και κληρικούς. Απ’ αυτούς, όσοι δεν πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα, πέθαναν από κακουχίες και στερήσεις.

Υστερα από το τραγικό αυτό τέλος, που είχε η επανάσταση της Ανατολικής Μακεδονίας, η ελληνική αυτή γη δεν τόλμησε να ξανακινηθεί, σε ολόκληρη τη διάρκεια του αγώνα.

(Πηγή: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΕ 40 ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ, Γεωργίου Μαραβελέα, Εκδ. ΔΕΚ/ΓΕΣ)