Η πιο παγωμένη ήπειρος, που έχει έκταση 14 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων και καλύπτεται από παχύ στρώμα πάγου, προσελκύει εδώ και δυο αιώνες πλήθος εξερευνητών, κυνηγών και επιστημόνων, που αναζητούν τη δόξα, τα πλούτη ή τη γνώση. Ωστόσο, η σφαιρική επιστημονική μελέτη της Ανταρκτικής, έγινε εφικτή μόνο χάρη στις τεχνικές προόδους που επιτεύχθηκαν από τη δεκαετία του ’60 και μετά.

Θαλασσοπόροι και εξερευνητές που αναζητούσαν τη μυθική «terra australis» είχαν αρχίσει από τον 18ο αιώνα να προχωρούν όλο και πιο μακριά στις νότιες πολικές θάλασσες. Ανακάλυψαν πολλά νησιά και πάτησαν, τελικά, και το έδαφος της Ανταρκτικής. Τα όσα διαπιστώθηκαν είχαν τέτοιο ενδιαφέρον, που το 1895, στη Διεθνή Γεωγραφική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, αποφασίστηκε να αποτελέσει η Ανταρκτική επίκεντρο μελλοντικών ερευνών.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τη Συνδιάσκεψη έμειναν στην ιστορία των ανακαλύψεων ως χρόνια «ηρωικά», που σφραγίστηκαν από ονόματα όπως του Ρόαλντ Αμουδσεν, του Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ και του Ερνεστ Χένρι Σάκλετον.

Οργανώθηκαν πολλαπλές αποστολές – θρίαμβοι και τραγωδίες – ώσπου το 1911, μετά από αρκετές προσπάθειες, ο Αμουδσεν κατέκτησε επιτέλους τον Νότιο Πόλο.

Πικραμένος ο Σάκλετον, αγωνίστηκε να φέρει τουλάχιστον έναν άλλον άθλο σε πέρας: να διασχίσει την ήπειρο της Ανταρκτικής. Αλλά οι πάγοι φυλάκισαν το καράβι του και, τον Οκτώβριο του 1915, το «Εντιούρανς» βυθίστηκε. Το πλήρωμά του, που μπόρεσε να επιζήσει πάνω σε ένα νησί, διασώθηκε έντεκα μήνες αργότερα από ειδική αποστολή, που έστειλε ο ίδιος ο Σάκλετον, οποίος είχε κατορθώσει προηγουμένως, κάνοντας 800 ναυτικά μίλια με μία βαρκούλα, να φτάσει στη Γεωργία και να σημάνει συναγερμό για τους συντρόφους του.

Οι ατυχίες όμως δεν τον λύγισαν. Το 1922 θέλησε να ξαναγυρίσει στην Ανταρκτική. Πηγαίνοντας όμως εκεί, πέθανε στις 3 Ιανουαρίου από την καρδιά του. Το όνειρό του να διασχίσει την Ανταρκτική πραγματοποίησαν 35 χρόνια αργότερα ο Βίβιαν Ερνεστ Φουκς και ο Εντμοντ Χίλαρι, στη διάρκεια του ανταρκτικού καλοκαιριού 1957-1958.

Με το θάνατο του Σάκλετον η «ηρωική εποχή» είχε ουσιαστικά τελειώσει. Την περιπετειώδη εξερεύνηση είχε πια διαδεχθεί η συστηματική επιστημονική έρευνα, με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας.

Στην Ανταρκτική, μεγάλα τμήματα των ακτών καθώς και το εσωτερικό της τεράστιας ηπείρου, έμεναν ακόμη άγνωστα. Φωτογραφήθηκαν για πρώτη φορά, από αέρος, στις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Η χαρτογράφησή τους όμως έγινε τη δεκαετία του ’50. Ο πρώτος που πήρε αεροφωτογραφίες της δυτικής Ανταρκτικής ήταν ο Αυστραλός Χιούμπερτ Ουίλσον το 1928. Το 1929 πέταξε με αεροπλάνο πάνω από τον Νότιο Πόλο ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Μπερντ, ο οποίος, ως εκπρόσωπος των ΗΠΑ, οργάνωσε το καλοκαίρι κοντά στον παλιό καταυλισμό του Αμουδσεν, τη σύγχρονη πολική βάση «Μικρή Αμερική». Εκεί, χάρη στον εξοπλισμό του – αεροπλάνα, τρακτέρ, ραδιοασύρματοι – πραγματοποίησε σπουδαίες επιστημονικές έρευνες.

Επίσης οι Γερμανοί, οργάνωσαν δύο εξίσου επιτυχημένες αποστολές το 1938 και 1939. Η γερμανική αποστολή έγινε αφορμή να οξυνθούν οι διαμάχες σχετικά με τον έλεγχο της Ανταρκτικής (Ανταρκτικό Ζήτημα), γιατί μια περιοχή που διεκδικούσε η Νορβηγία, είχε περάσει στην κατοχή της Γερμανίας.

Ηδη από το 1908, πρώτη η Μ. Βρετανία είχε επίσημα ενσωματώσει τεράστιες εκτάσεις της Ανταρκτικής στην αυτοκρατορία της. Εδαφικές διεκδικήσεις πρόβαλαν όμως και άλλες έξι χώρες. Τα πράγματα έφτασαν σε κρίσιμο σημείο στη δεκαετία του ’50. Διέξοδο στην κατάσταση αυτή έδωσε τελικά η Συνθήκη της Ανταρκτικής, που υπογράφηκε από 12 χώρες, τον Οκτώβριο του 1959, με ισχύ 30 ετών.

Για τη Συνθήκη αυτή συνεργάσθηκαν 67 επιστήμονες – αστρονόμοι, μετεωρολόγοι, βιολόγοι, παγετωνολόγοι. Και 12 χώρες, στο πλαίσιο ενός εκπληκτικού διοικητικού μηχανισμού ίδρυσαν επί τόπου πάνω από 60 επιστημονικούς σταθμούς και οι ΗΠΑ εγκατέστησαν ακριβώς πάνω στον Νότιο Πόλο τον σταθμό Αμουδσεν-Σκοτ. Η τεράστια επιτυχία του όλου εγχειρήματος, βοήθησε και στην επίλυση των διαφορών σε πολιτικό επίπεδο.

Ιδρύθηκε επίσης η Επιστημονική Επιτροπή Ανταρκτικών Ερευνών, υπό την αιγίδα και τον συντονισμό της οποίας θα εργάζονταν οι επιστημονικές οργανώσεις των συμβαλλομένων.

Το ιδιότυπο οικοσύστημα της Ανταρκτικής είναι όμως εξαιρετικά ευαίσθητο. Η ελάχιστη διασάλευση της ισορροπίας του θα έχει ίσως τρομακτικές συνέπειες. Παρά την δεδομένη ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης, ορισμένες ενέργειες, όπως η καύση των απορριμμάτων ή η πόντισή τους στη θάλασσα, τραυματίζουν τη φύση και μολύνουν το νερό και τον αέρα.

Πρόβλημα είναι επίσης ο τουρισμός. Η ισχνή χλωρίδα, που αναπτύσσεται σε ελάχιστα μη καλυπτόμενα από πάγους σημεία, αναπτύσσεται με μεγάλη βραδύτητα και κινδυνεύει από τους τουρίστες. Οι αποικίες των άγριων ζώων και πουλιών που αφθονούν στις δαντελωτές ακρογιαλιές, ενοχλούνται από τους ανθρώπους και κινδυνεύουν από μετάδοση ασθενειών. Επίσης, οι δηλητηριώδεις χημικές ουσίες που απειλούν να διαταράξουν ανεπανόρθωτα τις κλιματολογικές συνθήκες, καθώς και η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, αποτελούν άμεσο κίνδυνο για την Ανταρκτική.

Τον 19ο αιώνα, οι λαθροκυνηγοί εξολόθρευσαν ορισμένα ζωικά είδη, σχεδόν σε σημείο αφανισμού. Η συστηματική εμπορική αλιεία οδήγησε τελικά, μέσα σε δύο μόλις δεκαετίες, σε οριακή μείωση ζωικές μορφές, που ο ρόλος τους στην ανταρκτική ζωική αλυσίδα είναι καίριος.

Το Μορατόριουμ του 1991 αποκλείει την εκμετάλλευση του τεράστιου εδαφικού πλούτου της Ανταρκτικής, για 50 χρόνια. Μετά όμως; Οι οικολόγοι ζητούν να κηρυχθεί η Ανταρκτική «Παγκόσμιος Δρυμός», για να σωθεί ένα από τα λίγα ανέγγιχτα σημεία του Πλανήτη. Αραγε, θα εισακουσθούν;

(Πηγή: Εγκυκλ. ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, Εκδ. Ομιλος Μανιατέα)