Τα τελευταία 3,6 δισεκατομμύρια χρόνια, οι αφανισμοί ειδών αποτελούν περισσότερο βιολογικό κανόνα παρά εξαίρεση. Η μέση διάρκεια ζωής ενός είδους κυμαίνεται από 1 ως 10 εκατομμύρια χρόνια και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το 98,5 % των καταγεγραμμένων ειδών έχουν πλέον εξαφανιστεί. Οι βιολόγοι έχουν αναγνωρίσει γύρω στους 16 ελάσσονες αφανισμούς, ένας από τους οποίους είναι και ο Αφανισμός της Ολοκαίνου Περιόδου , με τον οποίο είναι στενά συνδεδεμένος ο άνθρωπος. Η Ολόκαινος μισοπαγετωνική περίοδος ξεκίνησε πριν από 12.000 περίπου χρόνια. Χαρακτηρίζεται ως μισοπαγετωνική γιατί πιθανότατα πρόκειται για μια προσωρινή ζεστή περίοδο της συνεχιζόμενης εποχής παγετώνων της Τεταρτογενούς, που ξεκινά πριν από 2,58 εκατ. χρόνια και φθάνει μέχρι σήμερα.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, οι πρόγονοί μας ζούσαν ως κυνηγοί-συλλέκτες. Μερικοί ιδεαλιστές μιλούν για τη «Χρυσή Εποχή» που οι άνθρωποι ζούσαν αρμονικά με το οικοσύστημα. Ωστόσο, η Ολόκαινος συμπίπτει με τον αφανισμό πολλών ειδών της μεγαπανίδας, πράγμα που μας οδηγεί στον πρώτο σημαντικό μηχανισμό αφανισμού : την υπερθήρευση από τον άνθρωπο. Τα δύο χαρακτηριστικά που κάνουν το είδος μας τόσο επιτυχημένο είναι η ικανότητα να κατασκευάζουμε εργαλεία και όπλα και η κοινωνικότητά μας. Ενας άοπλος άνθρωπος είναι ακίνδυνος, αλλά δέκα άνθρωποι οπλισμένοι, έστω και με δόρατα, είναι πολύ επικίνδυνοι. Επίσης έχουμε σκυλιά για να εντοπίζουμε το θήραμα και άλογα για μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις. Τέλος, διαθέτουμε ένα τρομακτικό μέσον που προκαλεί πανικό σε όλα τα ζώα: τη φωτιά.

Αλλο ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπου, είναι η ροπή προς την υπερκατανάλωση. Πολλά είδη μεγαπανίδας – άλογα, καμηλίδες, βραδύποδες – χάθηκαν στην Αμερική μετά την άφιξη του ανθρώπου, πριν από περίπου 14.500 χρόνια. Η κατάσταση επαναλήφθηκε και στην Ευρώπη, την Αυστραλία και σε πολλά μέρη της Ασίας. Με τη χρήση πολύ εξελιγμένων εργαλείων, ο αφανισμός κάποιων ειδών συνεχίζεται ως σήμερα.

Παρόλο που οι κυνηγοί-συλλέκτες ξεκίνησαν τον αφανισμό των μεγαλύτερων ζώων, τόσο των μεγάλων φυτοφάγων, όσο και των αντίστοιχων σαρκοβόρων, η πραγματική ζημιά ξεκίνησε αφότου ο άνθρωπος άρχισε να διαμένει σε μόνιμους οικισμούς και να καλλιεργεί τη γη. Η πρώτη σημαντική επίδραση στο περιβάλλον από τους μόνιμους οικισμούς ήταν η αποδάσωση. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους, όλες οι κλιματικά κατάλληλες περιοχές καταλαμβάνονταν από πυκνά δάση: υγρά τροπικά στους τροπικούς, φυλλοβόλα στους εύκρατους και αειθαλή στα βόρεια. Οι πρόγονοί μας ισοπέδωσαν τα δάση για να χτίσουν οικισμούς και να φυτέψουν τα χωράφια τους. Σήμερα, τα ανοιχτά λιβάδια της εύκρατης Ευρώπης δεν είναι «φυσικό» περιβάλλον, αλλά τεχνητό, ανθρώπινο κατασκεύασμα.

Η αποδάσωση μόνη της πιθανόν να ευθύνεται για την εξαφάνιση χιλιάδων ειδών ζώων και φυτών που εξαρτιόνταν άμεσα από το δασικό περιβάλλον – μια διαδικασία που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με την εκχέρσωση των τροπικών δασών. Η υιοθέτηση μονοκαλλιεργειών μεγάλης κλίμακας, όπως δημητριακών, ρυζιού, βαμβακιού, ζαχαρότευτλων, καφέ και καπνού σε διάφορα μέρη του κόσμου, μείωσε τη βιοποικιλότητα και εξόντωσε άλλη μια ομάδα ειδών, των οποίων τα φυσικά περιβάλλοντα συρρικνώθηκαν δραματικά ή καταστράφηκαν ολοσχερώς. Τέλος, η ανάπτυξη βιομηχανιών μεγάλης κλίμακας τους τελευταίους δύο αιώνες, προκάλεσαν ακόμα μεγαλύτερες καταστροφές στα φυσικά περιβάλλοντα διαβίωσης των ειδών καθώς και την κατακόρυφη αύξηση κάθε μορφής ρύπανσης. Στους ωκεανούς δεν υπήρξε το φαινόμενο της μόνιμης εγκατάστασης ανθρώπων, όπως στην ξηρά, αλλά και τα θαλάσσια είδη υπέστησαν αφανισμό, εξαιτίας της υπεραλίευσης και της ρύπανσης.

Το τελευταίο σύνολο ανθρωπογενών παραγόντων ικανών να προκαλέσουν αφανισμούς ειδών είναι αυτό που οδήγησε στην εξαφάνιση των ντόντο (Raphus cucullatus). Τα ντόντο ενδημούσαν στο νησί Μαυρίκιο του Ινδικού ωκεανού. Η πρώτη επαφή τους με τους Ευρωπαίους ήταν το 1507, όταν ένα πορτογαλικό πλοίο επισκέφθηκε το νησί, στο ταξίδι του προς την Ινδία. Τα ντόντο είναι μεγαλόσωμα περιστέρια που δεν μπορούν να πετάξουν. Ο Μαυρίκιος ήταν ένας παράδεισος για πουλιά, χωρίς κανένα αρπακτικό και με άφθονη τροφή στο έδαφος. Χωρίς λόγο να πετούν, τα ντόντο εγκατέλειψαν τη ζωή στον αέρα, και έμειναν στο έδαφος, όπου το μέγεθός τους αυξήθηκε τόσο, όσο να μην μπορούν πια να πετούν.

Ινδοί, Αραβες, Πορτογάλοι και Ανατολικοαφρικανοί ναυτικοί γνώριζαν για τον Μαυρίκιο από τον 10ο αιώνα μ.Χ. και χρησιμοποιούσαν το νησί για να ανεφοδιάζονται σε νερό και φρέσκα τρόφιμα, χωρίς όμως να κυνηγούν τα ντόντο, των οποίων το κρέας ήταν σκληρό και είχε απαίσια γεύση. Τον αφανισμό των ντόντο προκάλεσαν οι ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η καλλιέργεια και η οικοδόμηση, αλλά και οι «λαθροεπιβάτες» που ακολουθούσαν τους αποίκους στα ταξίδια τους: γάτες, σκύλοι, χοίροι, νυφίτσες, και ο πανταχού παρών του ζωικού βασιλείου, ο αρουραίος. Ολοι αυτοί δεν απειλούσαν τα ενήλικα πουλιά, αλλά τα αβγά και οι νεοσσοί των ντόντο που φώλιαζαν στο έδαφος ήταν εύκολοι στόχοι για τις αγριεμένες γάτες, τα γουρούνια, τις μαϊμούδες και τους αρουραίους.

Η εισαγωγή νέων ζώων και φυτών έχει προκαλέσει χάος σε απομονωμένα οικοσυστήματα, όπως σε νησιά όπου δεν υπήρχαν προηγουμένως τρωκτικά ή φυτοφάγα ζώα, αλλά και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, σε ηπείρους απομονωμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, όπως ήταν η Αμερική και η Αυστραλία, πριν από τον αποικισμό τους από τους Ευρωπαίους.

Ο ανθρώπινος πληθυσμός που έχει πλέον ξεπεράσει τα 7 δισεκατομμύρια, σε συνδυασμό με την αποδάσωση, την ανέγερση κατοικιών και τη γεωργία, μας οδηγεί στην απαισιόδοξη εκτίμηση ότι κάθε χρόνο εξαφανίζονται περίπου 140.000 είδη. Εχουμε ήδη χάσει ένα σημαντικό κεφάλαιο βιοποικιλότητας, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ανεκτίμητο βοήθημα επιβίωσης για τον διαρκώς αυξανόμενο ανθρώπινο πληθυσμό.

(Πηγή: ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)