Ο Αζόρ, ένα πανέμορφο, καφετί σκυλάκι… υιοθετήθηκε μόνος του! Από μια οικοδομή δίπλα στο σπίτι μας, όπου τον τάιζαν οι εργάτες, αποφάσισε πως θα περνούσε καλύτερα μαζί μας! Έτσι, ερχόταν κάθε πρωί και συνόδευε τα παιδιά μας στο δημοτικό σχολείο, διαγωνίως απέναντι από το σπίτι μας, και περίμενε πότε θα σχολάσουν για να τα οδηγήσει με ασφάλεια πίσω στο σπίτι! Στο ενδιάμεσο, έψαχνε στη γειτονιά και όπου έβρισκε πεταμένα παιχνίδια τα μάζευε και τα έβαζε κάτω από το μονόζυγο που έπαιζαν τα παιδιά!.. Καμιά φορά έβρισκε πεταμένα ψωμιά. Αυτά τα έφερνε και τα ακουμπούσε –για μας- στην εσωτερική πόρτα του σπιτιού.

Μετά από λίγο καιρό, μια ναζιάρα –καμαρωτή σκυλίτσα προστέθηκε στο κοπάδι μας. Τη βαφτίσαμε Λαίδη. Έκαναν καλή παρέα οι δυο τους, ώσπου με πήρε από πίσω, όταν σχόλασα από τη δουλειά μου, που ήταν αρκετά μακριά, ένα αδέσποτο, μαύρο, αρσενικό, σκυλάκι. Φυσικά το κρατήσαμε στον κήπο και το ονομάσαμε Μπλάκι. Εντάχθηκε κι αυτό στην παρέα. Κρατούσαν όμως πάντα με σεβασμό, την ιεραρχία. Στους περιπάτους μέσα στον κήπο (το σπίτι μας είναι μονοκατοικία) πήγαινε πρώτος ο Αζόρ, δεύτερη η Λαίδη και τρίτος ο  Μπλάκι.

Πέρασαν χρόνια ήρεμα και ευτυχισμένα για όλους μας. Το κάθε σκυλάκι είχε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Ο Αζόρ έτρωγε όλο το φαγητό του, η Λαίδη έκανε… δίαιτα και διάλεγε την τροφή της. Ο Μπλάκι όμως έτρωγε τα πάντα, ακόμη και ταϊσμένος

…ξαναέτρωγε ό, τι τον φίλευαν οι γείτονες.

Μια μέρα, πηγαίνοντας να ταϊσουμε τα σκυλάκια, είδαμε πως ο Αζόρ δεν μπορούσε να κουνήσει  τα πίσω πόδια του. Ο κτηνίατρος, που καλέσαμε αμέσως, μας είπε πως είχε πάθει εγκεφαλικό, αλλά, ευτυχώς, δεν πονούσε και μπορούσε να συνεχίσει να ζει στον κήπο, που γνώριζε τόσο καλά. Πέρασαν λίγοι μήνες. Ήταν καλοκαίρι. Ο άντρας μου πήρε στην αγκαλιά του, όπως κάθε μέρα, το ανάπηρο σκυλάκι μας για να το μεταφέρει στον ίσκιο της μεγάλης καρυδιάς του κήπου. Ο Αζόρ τον κοίταξε και ξεψύχησε στην αγκαλιά του. Θρηνήσαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, για τον χαμό του φίλου και φύλακά μας. Η Λαίδη, έδειχνε πολύ στενοχωρημένη, αλλά ο παμφάγος Μπλάκι, δεν ξαναέβαλε μπουκιά στο στόμα του. Προσπαθήσαμε να τον δελεάσουμε με μεζέδες, γάλα, λουκάνικα, νερό. Δεν έφαγε ούτε ήπιε τίποτα. Ο κτηνίατρος μας είπε πως, δυστυχώς, έχει αποφασίσει να πεθάνει, μετά την απώλεια του αγαπημένου αρχηγού του.  Τους θάψαμε δίπλα-δίπλα σε μια γωνιά του κήπου μας. Μια μαρμάρινη πλάκα επάνω στον τάφο τους  γράφει: «Εδώ είναι θαμμένα κομμάτια από την καρδιά μας».

Αγαπημένοι και πιστοί φίλοι και φύλακές μας: «Καλόν Παράδεισο».