Όποτε ακούω το γνωστό ρεφρέν από το αγαπημένο τραγούδι της Μαρινέλλας ανατριχιάζω. Και όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα συγκινητικό κομμάτι που όλοι λίγο-πολύ έχουμε σιγοτραγουδήσει. Αλλά επειδή αναφέρεται σε δυο απολύτως πραγματικές στιγμές της δικής μου ζωής, που, σαν Θεού θέλημα, ήρθαν να επιβεβαιώσουν δραματικά αυτόν τον στίχο…

Κάνοντας μια συνοπτική αναδρομή στο παρελθόν μου, φθάνοντας πολύ πίσω στα παιδικά μου χρόνια, τρεις φορές θυμάμαι να είμαι εξαιρετικά αποτελεσματικός στο άλλο φύλο: Η πρώτη δεν ήταν ακριβώς στιγμή αλλά ολόκληρος χρόνος-ίσως και αρκετά περισσότερο και συνέβη στην… έκτη δημοτικού. Τότε όμως, 30 γεμάτα χρόνια πίσω, η αδιαμφισβήτητη επιτυχία μου στα κορίτσια αφορούσε μια απροσδιόριστη έλξη που ασκούσα χωρίς σχέδιο: Υπήρξε απόρροια αυτοπεποίθησης, σιγουριάς και αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων μου και όχι αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερου, καλά μελετημένου σχεδίου. Και μη λησμονούμε ότι μιλάμε για παιδικούς έρωτες από τους οποίους απουσίαζαν οι ανδρικές και γυναικείες ορμόνες, περισσότερο για μάλλον συναισθήματα τρυφερότητας και φιλίας μεταξύ μικρών μαθητών του δημοτικού…

Αλλά τον Δεκέμβριο του 1989, εικοσάρης, παρθένος (!) και ενήλικας μπορεί να είχα μια ζωή μπροστά αλλά βίωσα το απόλυτο αδιέξοδο. Εκείνο το δυσάρεστο και ενοχλητικό συναίσθημα που νιώθεις πως έχεις καταβάλει το μέγιστο της προσπάθειας, μη έχοντας απολαύσει αυτά που (πιστεύεις ότι) δικαιούσαι. Γιατί αυτή τη δύσκολη ώρα της αυτοκριτικής δεν αντιλαμβάνεσαι τα όποια λάθη σου και δεν υπάρχει κανείς να σου τα εξηγήσει και να εμπεδώσεις πως η συμπεριφορά σου δεν είναι η ενδεδειγμένη προκειμένου να αγγίξεις το όνειρο και την πολυπόθητη επιτυχία.

Ολοι ανεξαιρέτως οι σαραντάρηδες έχουμε τουλάχιστον μια φορά νοσταλγήσει τα 20 χρόνια μας: την ανεμελιά τους, την ξεγνοιασιά τους και το μοναδικό αίσθημα ελευθερίας και γαλήνης του μυαλού πριν το πλημμυρίσουν οι βασανιστικές σκοτούρες, τα σοβαρά προβλήματα και η δυσφορία για τον χρόνο που αμείλικτα περνά…

Αλλά φυσικά θα επιθυμούσαμε να τα ξαναζήσουμε με τις τωρινές μας εμπειρίες και τη σημερινή μας ωριμότητα… Γιατί ανασύροντας από τις αναμνήσεις μου το κεφάλαιο «Πέγκυ», καταλαβαίνω εν έτει 2020 τα αναρίθμητα λάθη που οδήγησαν στην ολέθρια-πλην αναμενόμενη- για την εύθραυστη ψυχοσύνθεσή μου κατάληξη: η κοπέλα που ερωτεύτηκα σχεδόν να με μισεί δίχως εμφανή λόγο και αιτία.

Την Πέγκυ τη γνώρισα από τον αδερφικό μου φίλο Γιάννη. Σε μια περίοδο που κυριαρχούσε το «Κλικ» του Κωστόπουλου, που τα χρήματα ήταν στον κύκλο του Γιάννη η μόνη αναγνωρίσιμη αξία, που η εξωτερική εμφάνιση έπαιζε τον πρώτο και τον μοναδικό-πιστεύω-ρόλο στις σχέσεις των δύο φύλων, τότε που μια χώρα ολόκληρη ανακάλυπτε το lifestyle. Κάτω από τέτοιες δυσοίωνες συνθήκες βάλθηκα να κατακτήσω ένα όμορφο και γοητευτικό, απελευθερωμένο και τσαμπουκαλεμένο κορίτσι, εγώ που ως μοναδική μου ενασχόληση είχα την πολιτική, που γνώριζα απέξω κι ανακατωτά το εκλογικό αποτέλεσμα σε κάθε νομό, που κρατούσα και ανέμιζα μια πλαστική κομματική σημαία, μη έχοντας την παραμικρή εμπειρία από τον έρωτα και τη ζωή. Κατά το κοινώς λεγόμενο ήμουν εξαρχής καταδικασμένος…

Μου έδινε θάρρος η φιλική συμπεριφορά της Πέγκυς. Και παραπειστικές ελπίδες. Αλλά ήταν ακριβώς φιλική και μόνο, κάτι δυσδιάκριτο για έναν ανώριμο και looser στο άλλο φύλο. Μέσα από ένα κέρασμα εκλεκτού προφιτερόλ στο «Αθηναϊκό», ένα υπομειδίαμα και δυο καλές κουβέντες είχα ήδη πιστέψει πως βρίσκομαι δίπλα στον στόχο που απείχε στην πραγματικότητα εκατομμύρια χιλιόμετρα…

Ετσι σκέφθηκα να της κάνω έκπληξη: Σπούδαζε στην Πάτρα, ένας συμμαθητής μου στο λύκειο είχε δικό του διαμέρισμα εκεί για να με φιλοξενήσει, όλα έμοιαζαν ιδανικά. Και μόνο η παρουσία μου στην αχαϊκή πρωτεύουσα θεωρούσα πως θα αποτελούσε το έναυσμα για την επίτευξη του πολυπόθητου σκοπού. Η Πέγκυ νόμιζα ότι θα ενθουσιαζόταν από τα διακόσια χιλιόμετρα που θα είχα διανύσει για να τη βρω και θα έπεφτε χωρίς άλλη χρονοτριβή στην αγκαλιά μου. Από ένα σχέδιο πέντε χονδρικά κινήσεων μόνο το πρώτο σκέλος είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα: Βοηθούσης και της παροιμιώδους τύχης μου την πέτυχα από μια τεράστια πόλη μέσα στο σούπερ μάρκετ και κατόρθωσα τουλάχιστον να την εκπλήξω. Κάπου εκεί σταμάτησαν και τα αισιόδοξα μηνύματα για την αφεντιά μου. Βγήκα με την Πέγκυ και τον αθηναίο φίλο με το διαμέρισμα, αναλώθηκα στο γλυκανάλατο καμάκι του πρωτάρη, περπατήσαμε η παράταιρη τριάδα στην παραλία και το κορίτσι των ονείρων μου έβρισκε αρκούντως διασκεδαστική την αμήχανη και ατσούμπαλη συμπεριφορά μου. «Κάποιος από την παρέα ενδιαφέρεται για μένα…» είπε διαπιστώνοντας στο πρόσωπό μου την αγωνία για την τελική έκβαση του εγχειρήματος. Οταν ο φίλος μου ο Κανάρης (ναι, έτσι λεγόταν) αποχώρησε, βρέθηκα στο νοικιασμένο διαμέρισμα της Πέγκυς, με εκείνη να φοράει μια μοβ ρόμπα που κάλυπτε το καλλίγραμμο σώμα της και εμένα απέναντι να της εξομολογούμαι άγαρμπα τον λόγο της επίσκεψής μου στην Πάτρα και να εκδηλώνω το ενδιαφέρον που ήδη ήξερε…

Υστερα από πολλές στιγμές αμηχανίας, η Πέγκυ πήρε το σοβαρό της ύφος: «Και ποιος σου είπε να έρθεις στην Πάτρα να με βρεις;». Η επιθετική της συμπεριφορά μετέτρεψε τον ανασφαλή και πνιγμένο στο άγχος συνομιλητή της σε ένα φοβισμένο ανθρωπάκι που μόνο συγχώρεση δεν ζήτησε για το… ατόπημά του. Ψελλίζοντας αστείες δικαιολογίες και… ατράνταχτα επιχειρήματα του στυλ «Βάλε λίγο νερό στο κρασί σου, μπορεί να μην ενδιαφέρεσαι αλλά μήπως θα μπορούσες να συμβιβαστείς με κάποιον που μπορεί στην πορεία να αγαπήσεις…». Αξιοθρήνητος. Η Πέγκυ δεν έδειξε ούτε τον στοιχειώδη οίκτο… Σχεδόν με πέταξε από το προσωρινό της σπίτι με βαριές κουβέντες: «Με πιέζεις, δεν γουστάρω να με πιέζουν…». Εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Κανάρη το μαξιλάρι μούσκεψε πολλές φορές από το καυτά μου δάκρυα. Τα αναφιλητά και οι λυγμοί κράτησαν ώρες. Ενας φοβερός πονοκέφαλος ήρθε ως φυσιολογικό αποτέλεσμα. Και το πρωί πήρα τον δρόμο του γυρισμού…

Φθάνοντας στην Αθήνα, άρχισα να αδειάζω το σακίδιό μου. Βγάζοντας τα πράγματα από μέσα το χέρι μου ακούμπησε κάτι λείο και στρογγυλό: Ηταν η… σαμπάνια που είχα πάρει μαζί μου για να γιορτάσω τον… θρίαμβο. Ο αφρώδης οίνος τοποθετήθηκε ξανά στην κάβα μου απείραχτος. Κάποτε θα άνοιγε με πάταγο σε μια πρωτόγνωρη γιορτή. Αλλά θα έπρεπε να κάνω υπομονή. Εξι μήνες…

Υ.Γ.: Το «Πέγκυ» είναι το πραγματικό όνομα της κοπέλας. Χαμένη στην αχλύ του χρόνου η ιστορία δεν νομίζω πως χρειαζόταν να τη γράψω αλλιώς. Και δούλευε πράγματι στο «Αθηναϊκό» με τα εντυπωσιακά προφιτερόλ. Το μόνο γλυκό που θυμάμαι απ’ αυτή την αλησμόνητη, πικρή ιστορία…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ