Το 1900 τελειώνουν επιτέλους οι πολύχρονες εργασίες κατασκευής του Βασιλικού Θεάτρου στην Αθήνα. Παράλληλα, ολοκληρώνεται και η τυπική συγκρότησή του. Στα χρόνια που ακολουθούν, δίνονται εκεί δεκάδες σπουδαίες παραστάσεις. Η πρώτη φάση της ιστορίας του Ιδρύματος λήγει το 1908, οπότε απολύεται όλο το προσωπικό του. Θα επανιδρυθεί το 1930, ως Εθνικό Θέατρο.

Η ιστορία του μεγαλύτερου οργανισμού της χώρας μας ξεκινά, κάπως παράξενα, το 1881, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ περιόδευσε σε διάφορες αυλές της Ευρώπης. Στο Λονδίνο συναντήθηκε με τον μεγαλέμπορο Ευστράτιο Ράλλη, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να του προσφέρει το ποσό των 10.000 λιρών, για να το διαθέσει για κοινωφελείς σκοπούς. Ο βασιλιάς αποδέχθηκε την προσφορά και, αφού άκουσε πολλές προτάσεις, αποφάσισε να διαθέσει το ποσό για την ίδρυση ενός εθνικού θεατρικού οργανισμού, που θα βρισκόταν υπό την εποπτεία του. Ακολούθησε μακρά περίοδος σχεδίων, με πολλά προβλήματα. Σ’ αυτά περιλαμβανόταν και η εξεύρεση οικοπέδου για την οικοδόμηση του κτηρίου και η επιλογή των ανθρώπων που θα στελέχωναν την προσπάθεια.

Η επιλογή του χώρου αποδείχθηκε δύσκολη. Αρχικά προτάθηκε η περιοχή των βασιλικών στάβλων (εκεί που «δείχνει» το άγαλμα του Κολοκοτρώνη). Τελικά επελέγη το οικόπεδο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, που ανήκε στον Νικόλαο Θων.

Ως προς τη διευθυντική στελέχωση, επελέγησαν ο Δημήτρης Κορομηλάς (που είχε γράψει μονόπρακτα έργα για το ερασιτεχνικό θέατρο των ανακτόρων) και ο Αγγελος Βλάχος, γνωστός πνευματικός άνθρωπος. Τελικά επελέγη ο δεύτερος, οποίος χρημάτισε διευθυντής του ιδρύματος από το 1898 ως το 1901.

Το θέατρο χτίστηκε με σχέδια του μεγάλου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ και αποτέλεσε ένα πραγματικό στολίδι για την πρωτεύουσα.

Οι βασικές εργασίες οικοδόμησης τελείωσαν το 1901. Το ίδιο έτος, μετά την παραίτηση του Βλάχου, νέος διευθυντής ανέλαβε ο Νικόλαος Θων, ενώ πρώτος σκηνοθέτης διορίστηκε ο Θωμάς Οικονόμου. Τον πρώτο θίασο αποτελούσαν 28 ηθοποιοί (11 γυναίκες και 17 άνδρες). Ηταν οι εξής:

Γυναίκες: Ευαγγελία Νίκα, Ελένη Φυρστ, Ολυμπία Λαλαούνη, Χριστίνα Ρούσου. Λόλα Δράκου, Φίλια Αργυροπούλου, Βασιλεία Στεφάνου, Αννα Βώκου, Ελένη Κουρτέλη, Β. Βούλγαρη και Θ. Μελά.

Ανδρες: Εδμόνδος Φυρστ, Ν. Ζάνος, Γρ. Τασόγλου, Ηρ. Χαλκιόπουλος, Αθ. Περίδης, Αντ. Νίκας, Διον. Ταβουλάρης, Θεόδ. Θαλασσινός, Αντ. Βαρνάβας, Παν. Λαλαούνης, Κων. Αγγελάκης, Ευ. Δελενάρδος, Ιω. Βαλέττας, Κων. Σακελλαρόπουλος, Σ. Στεφάνου, Γ. Αυγερινός και Γ. Γιαννόπουλος.

Τα εγκαίνια έγιναν με λαμπρότητα στις 24 Νοεμβρίου 1901. Δυστυχώς, μετά τα εγκαίνια, οι θεατές μειώθηκαν ραγδαία. Χρειάστηκε να κάνει τεχνάσματα ο ταμίας, λέγοντας πως τα εισιτήρια τελείωσαν, για να κινήσει το ενδιαφέρον.

Το Βασιλικό Θέατρο, παρ’ όλες τις οικονομικές δυσκολίες, έδωσε παραστάσεις που άφησαν εποχή. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η περίοδος 1902 – 1904, οπότε ανέτειλε εκεί το άστρο της μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη, ηθοποιού που κυριάρχησε πάνω από μισό αιώνα στα θεατρικά δρώμενα της χώρας. Την ίδια περίοδο διαδραματίστηκαν τα «Ορεστειακά» – επεισόδια για την παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου σε μετάφραση – καθώς και ανταγωνισμός με τη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου.

Το 1901, άρχισε να λειτουργεί και η σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, με πρώτον διευθυντή τον Στέφανο Στεφάνου. Στους πρώτους που φοίτησαν στη σχολή ήταν η Κυβέλη Αδριανού και ο Αιμίλιος Βεάκης, κορυφαίοι Ελληνες ηθοποιοί.

Παρά τις επιτυχίες του, το Βασιλικό Θέατρο πέρασε το 1905, στην παρακμή. Τα αίτια ήσαν πολλά, με κυριότερο βέβαια την έλλειψη χρημάτων, αλλά και τις άτυχες επιλογές έργων με αποτέλεσμα την αδιαφορία του κοινού.

Τον Απρίλιο του 1908, ο Γεώργιος Α’ , μετά από εισήγηση του Αγγελου Βλάχου, δέχθηκε με βαριά καρδιά το κλείσιμο του Βασιλικού Θεάτρου. Μετά την τελευταία παράσταση του έργου «Παραφροσύνη ή αγιοσύνη» (του Ετσεγαράη) και οι 32 ηθοποιοί απολύθηκαν. Οπως έγραψε τότε η «Ακρόπολις»: Το σπουδαίο αυτό καλλιτεχνικό ίδρυμα «εβυθίζετο εις το σκότος». Τον ίδιο χρόνο έκλεισε και η «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου (αργότερα «Κοτοπούλη»).

Κατά την επτάχρονη λειτουργία του, το Βασιλικό Θέατρο ανέβασε 144 έργα και έδωσε 677 παραστάσεις (τις 33 στην Αίγυπτο). Στα 144 αυτά έργα περιλαμβάνονταν έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Αριστοφάνη, του Γκαίτε και του Ιψεν, αλλά και 30 έργα νέων Ελλήνων συγγραφέων. Σημαντική υπήρξε και η προσφορά της δραματικής σχολής του ίδιου θεάτρου.

Στην εφημερίδα «Ακρόπολις», ο Νικόλαος Λάσκαρης αναφέρει ότι τις 644 παραστάσεις παρακολούθησαν συνολικά… 30.000 τζαμπατζήδες, που αν πλήρωναν έστω και μια δραχμή στην παράσταση, θα μπορούσε να αποφευχθεί η χρεωκοπία!

Η εφημερίδα «Εστία» (1 Μαΐου 1908) έγραψε: «… Το Βασιλικόν Θέατρον δεν απέτυχε τελείως εν τη εκπληρώσει του ευρύτερου προορισμού του. Εδίδαξε και επέβαλε αρχάς σεβασμού προς την θεατρικήν εργασίαν, σκηνικήν πολυτέλειαν και ευπρέπειαν… Επί πλέον, το Βασιλικόν Θέατρον κληροδοτεί τριάκοντα εκ των καλλιτέρων ηθοποιών (… ) των οποίων τόσην έχει το έξω θέατρον ανάγκην…

(Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια, Οι Μεγάλες Δεκαετίες, Εκδ. Ομιλος Μανιατέα)