Στη νησίδα Κίκυνθο, στην είσοδο του κόλπου της Αμαλιαπόλεως, ανακαλύφθηκε βυθισμένο βυζαντινό ναυάγιο (12ου – 13ου αι. μ.Χ.), με πέντε τουλάχιστον τύπους πίθων. Αποτυπώθηκε με τη χρήση ηλεκτρονικών, φωτογραμμετρικών αλλά και συμβατικών μεθόδων. Ανελκύσθηκαν χαρακτηριστικά ευρήματα.

Επίσης, στη θαλάσσια περιοχή του ακρωτηρίου Γλάρος, εντοπίσθηκαν δύο ναυάγια που χρονολογούνται στους ελληνιστικούς χρόνους. Σημειώνονται από λίγα θραύσματα αμφορέων και από έναν μολύβδινο τύπο αγκύρας.

Εντοπίστηκαν επίσης δύο βυζαντινά ναυάγια. Χαρακτηρίζονται από αμφορείς αντίστοιχων χρόνων και από ένα εντυπωσιακό αριθμό αγκυρών, ακεραίων αλλά και τμηματικά σωζόμενων (του τύπου «Υ» κυρίως).

Μετά απ’ αυτές τις έρευνες στον Παγασητικό, το ΙΕΝΑΕ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ναυάγια ανήκαν στον 4ο αιώνα μ.Χ., σε μια εποχή δηλαδή που η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετεξελίσσεται σε αυτό που αργότερα ονομάστηκε Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τα ναυάγια αυτά είναι τα πρώτα που ερευνώνται στον ελληνικό χώρο.

Η συνεχιζόμενη ανασκαφή συμβάλλει ουσιαστικά στην έρευνα για τη διευκρίνιση θεμάτων κεραμεικής και διακίνησης αγαθών των χρόνων εκείνων. Η μελέτη της προέλευσης των αμφορέων θα καταδείξει την διαδρομή του πλοίου, δίνοντας νέα στοιχεία για τη ναυτική και την εμπορική δραστηριότητα στο Αιγαίο. Η ναυτική αίσθηση που δημιουργήθηκε είναι ότι τόσο τα βυζαντινά όσο και τα πρωιμότερα ναυάγια, κατά μήκος αυτής της ακτογραμμής, σηματοδοτούν μια πορεία είσπλου στον Παγασητικό κόλπο έμφορτων σκαφών ικανής χωρητικότητας.

Η τάξη μεγέθους, εκτιμώμενη από το φορτίο αμφορέων ενός εκάστου, πρέπει να κυμαίνεται στους 50 τ. τουλάχιστον, δηλαδή πρόκειται για πλωτά μέσα που διενεργούν θαλάσσιο εμπόριο μεγάλων σχετικώς αποστάσεων. Κάθε ένα από τα ναυάγια που έχουν εντοπισθεί, αξίζει να ερευνηθεί χωριστά, διότι μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες που θα φωτίσουν σημαντικές πλευρές της πρωτοβυζαντινής ιστορίας.

Επί πλέον θα αναδείξουν τον σημαντικό ρόλο που έπαιξαν τα λιμάνια του Παγασητικού Κόλπου στις πολιτισμικές και εμπορικές ανταλλαγές την εποχή αυτή, η οποία σηματοδοτεί το τέλος του αρχαίου κόσμου. Το Ινστιτούτο πιστεύει ότι «Η έρευνα και ανάδειξη των σημαντικότατων ναυαγίων του Παγασητικού θα συμβάλει με νέα στοιχεία στη διεθνή ιστοριογραφία και στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι στην ανατολική Μεσόγειο».

Στο λιμάνι του Βόλου, βρισκόταν το – επιταγμένο από τους Γερμανούς – ξύλινο πετρελαιοκίνητο σκάφος «Αριστέα», φορτωμένο με 90 τ. πυρομαχικά. Οι σύμμαχοι βομβάρδισαν τον λιμένα στις 13 Οκτωβρίου 1944, και οι ισχυρές δονήσεις από τις εκρήξεις γύρω του άνοιξαν τα ύφαλά του και βυθίστηκε, χωρίς το ίδιο να βληθεί!

Το ναυάγιο του Ξέρξη

Εκείνο το καλοκαίρι του 480 π.Χ. περισσότερα από 300 πλοία του μεγάλου Ξέρξη καταβυθίστηκαν στο πέρασμα του Παγασητικού-Β. Ευβοϊκού!

Ο Ηρόδοτος περιγράφει πως ο ναυτικός στρατός του επίδοξου κατακτητή προσέγγισε στα παράλια της Μαγνησίας, μεταξύ Κασθαναίας (Κασταναίας) και Σηπιάδος (ακρωτηρίου της Θεσσαλομαγνησίας). Επειδή η παραλία αυτή δεν ήταν μεγάλη, μόνο τα πρώτα πλοία έδεσαν στη στεριά. Τα άλλα αγκυροβόλησαν στα ανοιχτά, με την πλώρη προς το πέλαγος.

Την άλλη μέρα, και ενώ ήταν απόλυτη νηνεμία, ξέσπασε ξαφνικά θαλασσοταραχή και ένας σφοδρός άνεμος από την ανατολή – που οι κάτοικοι εκείνων των περιοχών ονομάζουν ελλησποντία – ανάγκασε τους Πέρσες να σύρουν όσα πλοία μπορούσαν στη μικρή στεριά.

Οσα πλοία έμειναν στα ανοιχτά, ο άνεμος τα έριξε στους Ιπνούς (μια περιοχή σπηλαίων του ΒΑ Πηλίου όρους), άλλα συντρίφτηκαν στη Σηπιάδα ακτή, άλλα εκβράστηκαν στη Μελίβοια (πόλη της Θεσσαλίας κοντά στην Οσσα) και άλλα στην Κασθαναία.

Οι Αθηναίοι – που ήσαν αραγμένοι στη Χαλκίδα και προείδαν την τρικυμία – έλεγαν ότι είχαν λάβει χρησμό να επικαλεσθούν τον «γαμπρό» και γι αυτό επικαλέσθηκαν τον Βορέα, ο οποίος είχε νυμφευθεί Αθηναία, την Ωρείθυια (του Ερεχθέως).

Γι αυτό και θυσίασαν στον Βορέα και την Ωρείθυια, παρακαλώντας τους να καταστρέψουν τα πλοία των βαρβάρων, όπως το είχαν πράξει και παλιότερα στον Αθωνα. Για την καταστροφή των περσικών πλοίων στη Μαγνησία, όταν οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους, ανήγειραν ναό υπέρ του Βορέως, στις όχθες του Ιλισσού.

Μαζί με τα καράβια των Περσών καταβυθίστηκαν και αμύθητα πλούτη. Ο Μάγνης Αμεινοκλής (του Κρατίνου), που είχε κτήματα στη Σηπιάδα, ωφελήθηκε πολύ απ’ αυτό, γιατί περισυνέλεξε πολλά χρυσά και ασημένια ποτήρια, καθώς και άλλους θησαυρούς των Περσών.

Ετσι έγινε πλουσιώτατος, αλλά όχι ευτυχής, διότι με τα πλούτη δεν μπορούσε να εξαγοράσει τη θλίψη του από τον φόνο του γιου του…

Οι αρχηγοί του περσικού στόλου που σώθηκαν, από φόβο μήπως τους επιτεθούν σε αυτή την αδύναμη στιγμή τους οι Θεσσαλοί, κατασκεύασαν πρόχειρο φράγμα με τα ρημαγμένα πλοία.

Η φοβερή αυτή τρικυμία κράτησε ένα τριήμερο. Με θυσίες σφαγίων στη Θέτιδα και τις Νηρηίδες και μαγικές ωδές στον άνεμο, έδωσαν τέλος στην τρικυμία την 4η ημέρα.

Παρατηρητές από τα υψώματα της Εύβοιας, είδαν τον χαλασμό και τη 2η ημέρα έτρεξαν να μεταφέρουν την είδηση στους Ελληνες. Οι τελευταίοι τότε έκαναν ευχαριστήριες σπονδές στον σωτήρα Ποσειδώνα και έσπευσαν να επιστρέψουν στο Αρτεμίσιο, ευχαριστημένοι που θα είχαν λιγότερα εχθρικά πλοία να αντιμετωπίσουν.

(Πηγή: Αρχαία και Σύγχρονα Ναυάγια των Ελληνικών Θαλασσών, Γ. Λεκάκης, Συλλεκτικές Εκδόσεις)