Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος στα ενενηνταένα του χρόνια (γεν. στις 4.11.1929 στον Πειραιά) ασθένησε από κορωνοϊό. Όχι γιατί μεταλάβαινε τους πιστούς με το ίδιο κουταλάκι, ούτε γιατί δεν τηρούσε τα μέτρα. Αντιθέτως.
Στις σκοταδιστικές αντιδράσεις της εκκλησίας σχετικά με τις προφυλάξεις από τη φονική πανδημία, όταν η πλειονότητα του κλήρου φέρθηκε (και φέρεται) ανεύθυνα, εκείνος προέτρεπε τους πιστούς να τηρούν τα μέτρα ασφαλείας και να φοράνε προστατευτική μάσκα, συνιστώντας:
«Ας φοράμε τη μάσκα της προστασίας της υγείας, όμως αποφεύγοντας τις μάσκες κάθε μορφής υποκρισίας».

Ο Αναστάσιος τα έλεγε αυτά γιατί είναι ένας βαθιά μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, σεμνός, ταπεινός, που ζει ασκητικά, θυσιαζόμενος για τον συνάνθρωπο, γεννημένος με την ευλογία του αλτρουϊσμού μέχρις αυτοθυσίας.

Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (κατά κόσμον: Αναστάσιος Γιαννουλάτος) είναι Έλληνας θεολόγος, συγγραφέας, αρχιερέας και πρώην καθηγητής πανεπιστημίου. Είναι ένας από τους προέδρους της κεντρικής επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών και επίτιμος πρόεδρος της Παγκόσμιας Διάσκεψης Θρησκευμάτων για την Ειρήνη. Έχει διατελέσει επίσκοπος Ανδρούσης και Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Ελλάδος.

Είναι απόφοιτος του B’ Γυμνάσιου Αρρένων Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων μαθημάτων του, σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου και έλαβε το πτυχίο του το 1952. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές αναμείχθηκε με οργανώσεις ορθόδοξης νεολαίας. Το 1959 ίδρυσε και διεύθυνε το πρώτο ιεραποστολικό περιοδικό στην Ελλάδα με τίτλο Πορευθέντες, και τρία χρόνια αργότερα το ομότιτλο “Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο”, από το οποίο ξεκίνησε η ελληνόφωνη ιεραποστολική αφύπνιση κατά τον 20ό αιώνα. Το 1960 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος ενώ το 1964 χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Παράλληλα ξεκίνησε ιεραποστολικές εξορμήσεις στην Αφρική και κυρίως στην Ουγκάντα. Εκεί έμαθε τις τοπικές διαλέκτους, αναγκάστηκε όμως να αποχωρήσει όταν προσβλήθηκε από ελονοσία, επιστρέψας μετά τη θεραπεία του για τη συνέχιση ιεραποστολικού του έργου. Γιατί τέτοιος ήταν. Οποιοδήποτε άλλος στη θέση του δεν θα τολμούσε να γυρίσει στα μέρη που παραλίγο να τον στείλουν στον τάφο.
Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Φιλοσοφικές Σχολές του Αμβούργου και Μαρβούργου στη Γερμανία (1965-1969) ως υπότροφος του γερμανικού Ιδρύματος “Alexander von Humboldt”,στη θρησκειολογία, την εθνολογία και την ιεραποστολική. Ακόμη, κατείχε εντολή διδασκαλίας του μαθήματος της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Μαρβούργου στην Γερμανία (1966-69).

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα οργάνωσε και διεύθυνε το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο «Πορευθέντες» καθώς επίσης και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αθήνα (1971-1975). Η προσφορά του αναγνωρίστηκε σύντομα με τη χειροτονία του σε επίσκοπο Ανδρούσης το 1972. Τον ίδιο χρόνο ορίστηκε έκτακτος καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής του Τομέα Θρησκειολογίας και Κοινωνιολογίας (1983-1986), από το 1976 τακτικός καθηγητής και κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1983 έως το 1987.Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο, υπήρξε ακόμη Αντιπρόεδρος της Εφορείας Πανεπιστημιακής Λέσχης (1978-79 και 1983-86), πρόεδρος της «Επιτροπής Συμπαραστάσεως KυπριακούAγώνος» του Πανεπιστημίου Aθηνών (1975-84), μέλος της EπιτροπήςEρευνών του Πανεπιστημίου Aθηνών (1986-90) και του ΔΣ του KέντρουMεσογειακών και Aραβικών Σπουδών (1978-82). Αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1997 όταν και ονομάστηκε ομότιμος καθηγητής.

Έγινε επίσης γενικός διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ίδρυσε το ιεραποστολικό περιοδικό Πάντα τα Έθνη, το οποίο διεύθυνε από το 1981 μέχρι το 1991.Παράλληλα ανέπτυξε και επιστημονική δραστηριότητα. Το 1981, μετά την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, αναχώρησε και πάλι για την Αφρική, αυτή τη φορά ως Μητροπολίτης Ανατολικής Αφρικής. Η δικαιοδοσία του εκεί περιλάμβανε την Κένυα, την Ουγκάντα και την Τανζανία, όπου πραγματοποίησε τεράστιο έργο αναφορικά με τη λειτουργία της εκεί εκκλησίας. Μετά από 10 ολόκληρα χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τεράστιο έργο ως Μητροπολίτης Ανατολικής Αφρικής.

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΦΡΙΚΗ
O AρχιεπίσκοποςAναστάσιος είχε σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη αναγέννηση της Εξωτερικής Ιεραποστολής της Ορθόδοξης Eκκλησίας. Στη δεκαετία 1981-1991, ως Tοποτηρητής της IεράςMητροπόλεωςEιρηνουπόλεως – AνατολικήςAφρικής (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), ίδρυσε και οργάνωσε την Πατριαρχική Σχολή «Aρχιεπίσκοπος Kύπρου Mακάριος», την οποία διηύθυνε επί δεκαετία. Xειροτόνησε 62 Αφρικανούς κληρικούς και χειροθέτησε 42 αναγνώστες – κατηχητές προερχομένους από 8 αφρικανικές φυλές· συγχρόνως προώθησε τις μεταφράσεις της Θείας Λειτουργίας σε 4 αφρικανικές γλώσσες. Mερίμνησε για τη σταθεροποίηση 150 περίπου ορθοδόξων ενοριών και πυρήνων και την ανέγερση δεκάδων ναών, ανήγειρε 7 ιεραποστολικούς σταθμούς, φρόντισε για τη δημιουργία σχολείων και ιατρικών σταθμών.

ΑΛΒΑΝΙΑ
Αρχικά υπήρξε Πατριαρχικός Έξαρχος εν Αλβανία και στη συνέχεια Τιτουλάριος Μητροπολίτης Ανίδρυσης (1991-1992).
Από τις 24 Ιουνίου 1992είναι AρχιεπίσκοποςTιράνων και πάσης Aλβανίας.
Tο εκκλησιαστικό έργο του Aναστασίου κορυφώθηκε με την αποστολή που του ανέθεσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την εκ των ερειπίων αναστήλωση της Oρθοδόξου Aυτοκεφάλου Eκκλησίας της Aλβανίας, η οποία είχε καταρρεύσει ύστερα από τον επί 46 έτη διωγμό του μοναδικού «αθεϊστικού κράτους» της υφηλίου. Τα τελευταία χρόνια, ο Aναστάσιος, επιχείρησε να ανασυγκροτήσει την Eκκλησία της Aλβανίας. Ως αποτέλεσμα του έργου του συγκροτήθηκαν πάνω από 400 ενορίες, ενώ ίδρυσε τη Θεολογική-Ιερατική Σχολή (Aκαδημία) «Aνάστασις» στο Δυρράχιο (1992), το Eκκλησιαστικό Λύκειο «Tίμιος Σταυρός» στο Αργυρόκαστρο (1998) και στο Σουκθ-Δυρράχιο (2007), τα οποία σήμερα λειτουργούν σε ιδιόκτητα συγκροτήματα, και 50 Κέντρα Νεολαίας σε διάφορες πόλεις. Mόρφωσε και χειροτόνησε 145 νέους κληρικούς, ενώ φρόντισε για την έκδοση λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών βιβλίων. Συνέστησε Tεχνική Yπηρεσία στην Eκκλησία της Αλβανίας και μερίμνησε για την ανοικοδόμηση 150 νέων ναών, την αναστήλωση 70 μοναστηριών και εκκλησιών-πολιτιστικών μνημείων και την επισκευή 160 ναών και 45 εκκλησιαστικών κτιρίων (Aρχιεπισκοπή, Mητροπόλεις, σχολεία, κλινικές, ξενώνες, κατασκηνώσεις νεολαίας, κ ά.), στο σύνολο 425 κτίρια. Θεμελίωσε το πρώτο γυναικείο μοναστήρι (Σκήτη των Αγίων Μυροφόρων), στο οποίο ασκητεύει από το 2011 μία μοναχή.

Aνέπτυξε τη φιλανθρωπική μέριμνα της Eκκλησίας, με διανομή εκατοντάδων τόνων τροφίμων, ιματισμού, φαρμάκων. Ίδρυσε την πρώτη ορθόδοξη αλβανική εφημερίδα (Ngjallja), το παιδικό περιοδικό Gëzohu (Χαίρε), το νεανικό περιοδικό Kambanat (Καμπάνες), την επιστημονική επιθεώρηση Kërkim (Αναζήτηση), το δελτίο «Newsfrom Orthodoxy in Albania», και Pαδιοφωνικό σταθμό. Μερίμνησε για τη δημιουργία Eργαστηρίων της Eκκλησίας (τυπογραφείο, κηροπλαστείο, ξυλουργείο, εργαστήρια αγιογραφίας και αποκαταστάσεως εικόνων) και πραγματοποίησε αγώνες για τη διεκδίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Παράλληλα με την ανασύσταση της Oρθοδόξου Eκκλησίας, ανέπτυξε προγράμματα στους τομείς εκπαιδεύσεως, υγείας, κοινωνικής προνοίας, αγροτικής αναπτύξεως, πολιτισμού και οικολογίας. Στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου (1999) οργάνωσε ανθρωπιστικό πρόγραμμα με το οποίο βοήθησε 33.000 περίπου πρόσφυγες σε διάφορα μέρη της Aλβανίας.

Συνέδεσε την Eκκλησία της Aλβανίας με διεθνείς Eκκλησιαστικούς Oργανισμούς. Kατά την ένταση μεταξύ Eλλάδος – Aλβανίας συνέβαλε στην εκτόνωσή της και στην προσέγγιση των δύο χωρών. Mε τις πρωτοβουλίες αυτές δόθηκε εργασία σε χιλιάδες ανθρώπους, δημιουργήθηκαν σοβαρά έργα κοινωνικής υποδομής και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας αναδείχθηκε σε πολυδύναμο πνευματικό και αναπτυξιακό παράγοντα. Συγχρόνως αγωνίστηκε για την άμβλυνση των αντιθέσεων στα Βαλκάνια. Η δράσεις του αυτές τον οδήγησαν ώστε να είναι υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 2000.

Εντυπωσιακή είναι η διεθνής διεκκλησιαστική του δραστηριότητα, τιμηθείς και με πολλές διεθνείς διακρίσεις, αλλά και με πλούσιο συγγραφικό έργο.

Σε επόμενο κείμενό μου (σχετικά με τις εξερευνήσεις μου στην Αλβανία) θ’ αναφερθώ στην τεράστια εντύπωση που μου προκάλεσε ο τεράστιος ελληνορθόδοξος μητροπολιτικός ναός στην καρδιά των Τιράνων (με αίθουσες συνεδρίων, βιβλιοθήκη, ορφανοτροφείο, γηροκομείο κλπ.), ασύλληπτο έργο, ένα θαύμα που θα ήταν αδύνατον να λάβει τις απαιτούμενες άδειες (και χρηματοδοτήσεις) αν δεν ήταν κινητήριος δύναμη Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, ο οποίος ακόμα και τώρα, υπέργηρος και με την πανδημία στο φόρτε της, δεν δίστασε στιγμή, αυτοθυσιαζόμενος, να φροντίσει τους φτωχούς και τους πάσχοντες (ασχέτως υπηκοότητας και θρησκείας), αψηφώντας τον εαυτό του, την υγεία του, με αποτέλεσμα να εισαχθεί εσπευσμένα σε ΜΕΘ Covid του Ευαγγελισμού.

Η ειλικρινής αγάπη μας και οι εγκάρδιες ευχές μας θα είναι δίπλα του, ώστε να αναρρώσει πλήρως, όπως Του αξίζει!

Υποκλινόμενος με υπέρτατο σεβασμό στο γιγάντιο πνευματικό παράστημα του ΑΓΙΟΥ ΕΝ ΖΩΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ,

Κωνσταντίνος Γλύστρας
Χαλάνδρι, 15 Νοεμβρίου 2020

Σ.σ.: Τα πληροφοριακά στοιχεία του πλούσιου βιογραφικού του Αναστασίου έχουν ως πηγές το διαδίκτυο και τη σχετική βιβλιογραφία.