Ο Ουίλιαμ Χέρσελ, Βρετανός επιστήμονας του 18ου αιώνα ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι τα παγωμένα καλύμματα στους πόλους του Αρη διαστέλλονται και συστέλλονται ανάλογα με τις εποχές. Εναν αιώνα αργότερα είχαν πια ανακαλυφθεί πολλά περισσότερα γνωρίσματα του πλανήτη, αποκαλύπτοντας αρκετές από τις ομοιότητές του με τη Γη. Ο Αρης φάνηκε να διαθέτει θάλασσες και εδάφη, ενώ περιστρεφόταν γύρω από τον Ηλιο πάνω σε έναν άξονα παρόμοιο με τον αντίστοιχο της Γης. Επειτα ακολούθησε ένας πολυσυζητημένος ισχυρισμός, ότι ένα τηλεσκόπιο κατόρθωσε να εντοπίσει την ύπαρξη συστήματος καναλιών, που διέσχιζαν τον πλανήτη. Οπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, η θεωρία αυτή δεν είχε καμία βάση, ωστόσο η ιδέα ύπαρξης ζωής στον Αρη εξακολουθεί να συναρπάζει.

Κατά τον 19ο αιώνα, ο διακεκριμένος βρετανός επιστήμονας Ουίλιαμ Γουίγουελ και ο αμερικανός αστρονόμος Πέρσιβαλ Λόουελ, υπήρξαν κυρίως εκείνοι που διέδωσαν την ιδέα για ύπαρξη ζωής στον Κόκκινο Πλανήτη, εμπνέοντας παράλληλα και τον Χ.Τζ. Γουέλς να γράψει τον «Πόλεμο των κόσμων», ένα κλασικό έργο επιστημονικής φαντασίας από το μακρινό 1897. Ουσιαστικά, το βιβλίο αυτό, που εξιστορεί την περιπέτεια Αρειανών που θέλησαν να διαφύγουν από έναν παρηκμασμένο πολιτισμό του πλανήτη τους, επιχειρώντας να κατακτήσουν τη Γη, ήρθε να συμπυκνώσει και να αποκρυσταλλώσει τις πεποιθήσεις και τους φόβους μας γύρω από τη ζωή στον Αρη.

Στους αιώνες που ακολούθησαν, οι εικασίες σχετικά με την ύπαρξη κάποιας μορφής αρειανού πολιτισμού συνέχισαν να διατυπώνονται, όμως η επιστημονική έρευνα φαινόταν να μη συμμερίζεται τις απόψεις ακόμα και εκείνων που πίστευαν ότι υπήρχε έστω και μία απλή ένδειξη ζωής στο Κόκκινο Πλανήτη. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1960 και 1970, ερευνητικές διαστημικές αποστολές, όπως οι Mariner 4 και Viking, αποκάλυψαν ότι ο Αρης δεν ήταν παρά ένα ξερό και μουντό μέρος, γεμάτο υπεριώδη ακτινοβολία, χωρίς κανένα σημάδι για θάλασσες ή ποτάμια, με κλίμα που καθιστούσε σχεδόν απαγορευτική κάθε σκέψη για επιβίωση οποιασδήποτε μορφής ζωής.

Υπήρξαν ωστόσο και ελάχιστες φωνές, που ερμήνευαν τα ευρήματα διαφορετικά, όπως ο δρ Γκίλμπερτ Λέβιν, σχεδιαστής μιας από τις πειραματικές δοκιμές, που πραγματοποιήθηκαν στο αρειανό έδαφος. Αλλοι, ωστόσο, επιστήμονες έδειχναν να έχουν πεισθεί, ώστε να σταματήσουν την αναζήτηση ζωής στον Αρη, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για τους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας.

Τα δεδομένα άλλαξαν πάλι το 1996, ύστερα από την είδηση ότι βρέθηκαν στη Γη κομμάτια μετεωρίτη, προερχόμενου από τον Κόκκινο Πλανήτη. Το ουράνιο σώμα έπεσε από τον Αρη, ύστερα από μία σύγκρουση μεταξύ αστεροειδών, περιπλανήθηκε στο διάστημα για εκατομμύρια χρόνια και τελικά, περίπου 13.000 χρόνια πριν, πέρασε στην ατμόσφαιρα της Γης και προσγειώθηκε στο έδαφος της Ανταρκτικής, όπου και ανακαλύφθηκε από ομάδα ερευνητών της ΝΑSΑ το 1984. Η μικρή αυτή λίθινη μάζα πήρε την ονομασία ALH84001 και εξετάστηκε με κάθε λεπτομέρεια από εξειδικευμένο προσωπικό της NASA και του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνιας, που θεώρησε ότι πιθανότατα περιείχε ίχνη απολιθωμένων μικροβίων.

Σε συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε στις 7 Αυγούστου 1996, παρουσιάστηκαν εικόνες του μετεωρίτη, στις οποίες μπορούσαν να διακριθούν ορισμένοι σχηματισμοί, μακρόστενοι, σαν σκουλήκια, που θεωρήθηκε ότι αποτελούσαν μικροσκοπικά βακτήρια πάνω στο πέτρωμα. Η ανακάλυψη ήταν πραγματικά συνταρακτική και αμέσως αναζωπύρωσε, για μία ακόμη φορά, το ενδιαφέρον για την πιθανότητα ύπαρξης ζωής στον Αρη. Κάποιοι επιστήμονες υποστήριξαν πάντως, ότι το πέτρωμα είχε υποστεί αναμενόμενες χημικές μεταβολές στην πορεία του προς τη Γη, οι οποίες και προξένησαν αυτές τις σκωληκοειδείς γραμμές στην επιφάνειά του. Από την άλλη, υπήρχαν και εκείνοι που είχαν πεισθεί, πως ο μετεωρίτης επιβεβαίωσε μια για πάντα ότι στον Αρη υπάρχουν πρωτόγονες μορφές ζωής ή ότι τουλάχιστον αυτές οι μορφές υπήρξαν στο παρελθόν.

(Πηγή: ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ, Charlotte Greig, Εκδ. Πεδίο)