Οταν ξέσπασε ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος, τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν συρρικνωθεί, αλλά περιλάμβαναν τη σύγχρονη Τουρκία και τμήματα από την Εγγύς Ανατολή.

Η ανεξαρτησία των Χριστιανών ευρωπαίων υπηκόων της Αυτοκρατορίας ξεσήκωσε και άλλες μειονότητες, που απαιτούσαν πλέον ανεξαρτησία και αυτονομία. Οι Αρμένιοι, μία από τις μεγαλύτερες μη Μουσουλμανικές μειονότητες, ζούσαν κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της. Η Αρμενία είχε ασπασθεί τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία το 301 μ.Χ., νωρίτερα και από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οπως οι Ελληνες και οι Εβραίοι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, οι Αρμένιοι, επειδή δεν ήταν Μουσουλμάνοι, θεωρούνταν πολίτες Β’ κατηγορίας και ήταν εκτεθειμένοι στη βία, την κακομεταχείριση και την εκμετάλλευση από τους Μουσουλμάνους γείτονές τους ή από τις τοπικές αρχές, όταν η κεντρική εξουσία αποδυναμώθηκε.

Με την αυτοκρατορία να καταρρέει, η προσπάθεια των Αρμενίων να αποκτήσουν ισονομία με τους Μουσουλμάνους γείτονές τους και μια σχετική αυτονομία, εξελίχθηκε σε φωνές για επανάσταση και ανεξαρτησία – μια τάση την οποία ενθάρρυνε και η Ρωσική Αυτοκρατορία που επεκτεινόταν προς τον νότο. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε τις δύο αυτοκρατορίες σε αντίπαλα στρατόπεδα. Οι Ρώσοι εισέβαλαν στις ανατολικές οθωμανικές επαρχίες, όπου έγιναν δεκτοί ως απελευθερωτές από πολλούς Αρμένιους, μερικοί από τους οποίους αποφάσισαν να πολεμήσουν εναντίον του ηγεμόνα τους στην Κωνσταντινούπολη. Αν και είχαν υπάρξει πολλά αιματηρά πογκρόμ με στόχο τους Αρμένιους τον 19ο αιώνα, κανένα δεν ισοδυναμούσε με συντονισμένη πολιτική εξόντωσή τους. Το έναυσμα για τη γενοκτονία ήταν το ξέσπασμα του πολέμου και ο φόβος της κυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη ότι οι Αρμένιοι πολίτες, αγρότες και στρατιώτες της αυτοκρατορίας θα προσχωρούσαν στους εχθρούς της.

Το πρώτο βήμα της γενοκτονίας ήταν η μετάθεση τον Φεβρουάριο του 1915, όλων των Αρμενίων που υπηρετούσαν στις Οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις σε άοπλα τάγματα εργασίας, με το πρόσχημα ότι μπορεί να αυτομολούσαν στη ρωσική πλευρά. Μόλις αφοπλίστηκαν και χωρίστηκαν από τους Μουσουλμάνους συντρόφους τους, οι Αρμένιοι εκτελέστηκαν από τουρκικές «ειδικές δυνάμεις» – εγκληματίες που είχαν αποφυλακιστεί με μοναδικό σκοπό να επανδρώσουν τάγματα θανάτου. Τον Απρίλιο, ηγετικές μορφές των Αρμενίων – πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, επαγγελματίες και δημόσιοι λειτουργοί – συνελήφθησαν στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα και σε άλλες μεγάλες επαρχιακές πόλεις και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα κρατουμένων, κοντά στην Αγκυρα. Ολο αυτό το διάστημα, η οθωμανική κυβέρνηση έκανε συστηματική προπαγάνδα, κατηγορώντας τους Αρμένιους ότι συνωμοτούσαν με τον εχθρό και ότι υποκινούσαν την επανάσταση.

Με την αρμενική κυβέρνηση ακέφαλη και ανυπεράσπιστη, τα τάγματα θανάτου κινήθηκαν προς τις περιοχές των Αρμενίων. Συγκέντρωναν τους κατοίκους ολόκληρων χωριών και τους έπνιγαν στη Μαύρη Θάλασσα ή τους έκαιγαν ζωντανούς μέσα σε εκκλησίες. Σε μια κίνηση που προηγήθηκε από το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, η κυβέρνηση δημιούργησε 25 στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου δολοφονούσε τους απελαθέντες Αρμένιους με δηλητήρια ή τοξικά αέρια και τους έκαιγε ζωντανούς. Τα χωράφια και τα σπίτια των Αρμενίων κρίθηκαν «εγκαταλελειμμένα» και κατασχέθηκαν από το κράτος – μια πολιτική που νομιμοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1915, με τον νόμο «περί δήμευσης και κατάσχεσης». Οσοι δεν είχαν χάσει τη ζωή τους από τα τάγματα θανάτου, οδηγήθηκαν πεζοί στην έρημο της Συρίας, χωρίς φαγητό ή νερό, όπου πέθαναν από τη δίψα, την πείνα, τις ασθένειες ή την κακομεταχείριση στα χέρια των Οθωμανών στρατιωτών, που τους φύλαγαν ή Μουσουλμάνων πολιτών, τους οποίους είχε ενθαρρύνει η κυβέρνηση να επιτεθούν, να δολοφονήσουν, να ληστέψουν και να βιάσουν τους απελαθέντες.

Παρότι πολλοί ιστορικοί και γύρω στις 20 χώρες θεωρούν πλέον ότι τα γεγονότα του 1915 συνιστούν γενοκτονία, η τουρκική κυβέρνηση εμμένει στις αρνήσεις της. Χωρίς τη συνεργασία των τουρκικών αρχών, έχει αποδειχθεί αδύνατο να τεκμηριωθεί ο αριθμός των Αρμενίων που έχασαν τη ζωή τους, αλλά οι εκτιμήσεις για την πρώτη γενοκτονία της ιστορίας κυμαίνονται από 600.000 έως 1,5 εκατομμύριο θύματα.

(Πηγή: «Οι Μεγαλύτερες Καταστροφές της Ιστορίας», του E. Chaline, εκδ. Κλειδάριθμος)