Η νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα Αρβηλα – Γαυγάμηλα, το 331 π.Χ. οδήγησε την Περσική Αυτοκρατορία σε αφανισμό και άνοιξε τον δρόμο στους Ελληνες να επεκτείνουν την επιρροή τους προς ανατολάς μέχρι την Ινδία.

Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ο Φίλιππος της Μακεδονίας είχε οργανώσει και εκπαιδεύσει έναν ισχυρό στρατό, που αρχικά νίκησε και στη συνέχεια συνένωσε τις ελληνικές πολιτείες σε μια νέα Ελληνική Αυτοκρατορία, η οποία έγινε η ισχυρότερη στρατιωτική και οικονομική δύναμη της Δύσης. Μόνο η Περσική Αυτοκρατορία στην Ανατολή μπορούσε να ανταγωνισθεί την παγκόσμια ισχύ της. Ο Φίλιππος είχε καταστρώσει σχέδια για την κατάκτηση της Περσίας, αλλά δολοφονήθηκε πριν προλάβει να επιτεθεί στους αντιπάλους του. Ο γιος του Αλέξανδρος, τον διαδέχθηκε στον θρόνο σε ηλικία 20 ετών, αλλά είχε αρκετά χρόνια πολεμικών εμπειριών, τις οποίες είχε αποκτήσει στο πεδίο της μάχης, δίπλα στον πατέρα του. Επίσης είχε κλασική μόρφωση από τον Αριστοτέλη.

Την εποχή που ανέλαβε ο Αλέξανδρος την εξουσία δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμη ο σχεδιασμός και η στρατηγική της μάχης. Ο Αλέξανδρος εισήγαγε τους τακτικούς ελιγμούς και την κύκλωση του εχθρού καθώς και τον συντονισμό πεζών και έφιππων επιθέσεων.

Το 334 π.Χ. ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Πέρσες στον Γρανικό ποταμό και μετά βάδισε κατά της Ισσού, όπου πέτυχε νέα νίκη. Αν και η Περσία παρέμενε ισχυρή, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να προσθέσει νέα εδάφη στην αυτοκρατορία του, πριν ολοκληρώσει την ήττα των Περσών. Ακολούθησε την ανατολική μεσογειακή ακτή, κατακτώντας το σημερινό Ισραήλ και ακολούθως την Αίγυπτο. Ο θρύλος αναφέρει, ότι σε μια επίσκεψή του στους μεγάλους ναούς της Αιγύπτου, ο Ελληνας ηγέτης θεωρήθηκε γιος του Δία και όχι του Φιλίππου. Οι στρατιώτες του που ήδη τον θαύμαζαν, δεν δυσκολεύθηκαν να τον αποδεχθούν ως θεό.

Ο Αλέξανδρος σταμάτησε την εκστρατεία του, για να ιδρύσει την Αλεξάνδρεια στις εκβολές του Νείλου. Εκτός από τη δημιουργία ενός λιμανιού για το ναυτικό και ενός σημείου ανεφοδιασμού για τον στρατό του, η Αλεξάνδρεια έγινε σύντομα εμπορικό, επιστημονικό και λογοτεχνικό κέντρο του ελληνικού κόσμου.

Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με στρατό 40.000 πεζών και 7.000 ιππέων, ακολουθώντας αντιστρόφως τον δρόμο από τη Μεσόγειο προς την Περσία, όπου διέσχισε τον Τίγρη και τον Ευφράτη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος Γ’ παρακολουθούσε την πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώ συγκέντρωνε στρατεύματα από ολόκληρο το βασίλειό του. Στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε δημιουργήσει έναν στρατό από 200.000 πεζούς, τους οποίους υποστήριζαν 200 πολεμικά άρματα και 15 ελέφαντες.

Ο Δαρείος παρέταξε τον στρατό του σε μια μεγάλη ανοιχτή περιοχή περίπου 100 χιλιόμετρα δυτικά των Αρβήλων. Υστερα ισοπέδωσε το έδαφος για να μπορούν να κινούνται εύκολα τα άρματά του.

Ο Αλέξανδρος έφθασε στα Γαυγάμηλα, απέναντι από την αμυντική γραμμή του Δαρείου, στα τέλη Σεπτεμβρίου. Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου, ο Αλέξανδρος άρχισε την επίθεση. Επειδή μειονεκτούσε αριθμητικά, σε αναλογία τουλάχιστον ένα προς πέντε, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να επιτεθεί στο κέντρο. Για να αποφύγει κύκλωσή του, τοποθέτησε το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό στις πτέρυγες και τις ισχυρές εφεδρείες πιο πίσω.

Ο Δαρείος απάντησε με επίθεση εναντίον του κέντρου των Ελλήνων. Τα άρματα και οι ελέφαντές του, ακολουθούμενοι από το ιππικό, διέσπασαν τις προφυλακές και βρέθηκαν μπροστά στο ελληνικό πεζικό. Το περσικό ιππικό διέσχισε το ελληνικό μέτωπο, αλλά αντί να στραφεί και να επιτεθεί στις απροστάτευτες πτέρυγες, συνέχισε την έφοδό του στα μετόπισθεν για να λεηλατήσει τα εφόδια των Ελλήνων.

Ο Αλέξανδρος, αγνόησε τα μετόπισθεν και επιτέθηκε ο ίδιος στο κενό που άφησαν οι Πέρσες ιππείς, ενώ ταυτοχρόνως έστρεψε τις εφεδρείες του εναντίον των ανυπεράσπιστων περσικών πτερύγων. Η τακτική του ήταν υπέρτερη, αλλά ο μεγάλος αριθμός των Περσών καθυστέρησε μια γρήγορη ελληνική νίκη. Οι Πέρσες άντεξαν μέχρι τη στιγμή που είδαν τον Αλέξανδρο να διασπά το κέντρο τους και να πλησιάζει τον Δαρείο με το επιτελείο του. Οταν υποχώρησε ο Δαρείος, ο στρατός του, αν και εξακολουθούσε να υπερέχει σε αριθμό, διασπάσθηκε και τράπηκε σε φυγή. Το ελληνικό ιππικό καταδίωξε τους Πέρσες που έφευγαν πανικόβλητοι. Ο Δαρείος διέφυγε, με μεγάλες απώλειες, που εκτιμήθηκαν από 40.000 μέχρι 100.000 άνδρες. Οι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν τους 500 στρατιώτες.

Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατέλαβαν τις μεγάλες περσικές πόλεις, ενώ ο Δαρείος δολοφονήθηκε από μέλος της κυβέρνησής του.

Ο Αλέξανδρος δεν σταμάτησε την επίθεσή του εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, αλλά συνέχισε προς την Κασπία θάλασσα και κατέλαβε όλες τις περιοχές μέχρι τη βόρεια Ινδία. Μετά από οκτώ χρόνια συνεχούς πολέμου, οι στρατιώτες του τον έπεισαν να γυρίσει στην πατρίδα. Καθ’ οδόν ο Αλέξανδρος πέθανε, σε ηλικία μόλις 33 ετών, πιθανόν από ελονοσία.

Με δεδομένο τον χρόνο προετοιμασίας και τους συντριπτικά ανώτερους αριθμούς δυνάμεων, ο Δαρείος θα μπορούσε να είχε νικήσει τους Ελληνες στα Αρβηλα – Γαυγάμηλα. Ο αποφασιστικός παράγων όμως δεν ήταν οι αριθμοί ή ο χρόνος, αλλά η ηγεσία. Ο Αλέξανδρος ήταν μακράν καλύτερος στρατηγός. Χρησιμοποίησε τη νίκη του σαν κομβικό σημείο για την ένωση Ανατολής και Δύσης. Η μάχη τού έδωσε τη δυνατότητα να διαδώσει τον ελληνικό πολιτισμό σε τεράστιες περιοχές. Παράλληλα ίδρυσε πάνω από είκοσι πόλεις, που έγιναν τοπικά εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Μάχες όλων των Εποχών, Συγγρ. Μ. L. Lanning, Εκδ. ΕΝΑΛΙΟΣ)