Με πρωτόγνωρη αυτοθυσία το πρωτοπαλίκαρο του Αστραπόγιαννου αγωνίστηκε να μη βεβηλωθεί το σώμα του θρυλικού καπετάνιου του από τους Τούρκους.

Στα μέσα του18ου αιώνα έδρασε και ο ξακουστός για την ταχύτητα και τη γενναιότητά του Αστραπόγιαννος. Καταγόταν από το χωριό Αγία Ευθυμία Φωκίδας και έδρασε στο αρματολίκι της Δωρίδας. Από μικρός έγινε κλέφτης και υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Λάμπρου και του Μήτσου Τσεκούρα, όπως και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά το θάνατό τους, συγκρότησε δικό του σώμα. Εξαιτίας της δύναμης και της φήμης που απέκτησε, αναγνωρίστηκε επίσημα από τη τουρκική ηγεσία ως αρματολός της περιοχής.

Επειδή όμως δεν μπορούσε να ανεχθεί τις αυθαιρεσίες των κατακτητών, εγκατέλειψε το αρματολίκι και έγινε ξανά κλέφτης. Λέγεται ότι αυτή την απόφασή του την προκάλεσε το εξής περιστατικό: Ο Μέρτζας, ένας από τους σημαντικότερους και σκληρότερους δερβεναγάδες* του Γαλαξιδιού, μπήκε στο αρματολίκι του, άρπαξε μια γυναίκα, που φημιζόταν για την ομορφιά της, και τη βίασε. Ο Αστραπόγιαννος, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, εξοργίστηκε και ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση. Ο Μέρτζας μάταια προσπάθησε να τον καθησυχάσει, στέλνοντάς του κολακευτικά γράμματα. Εξω από το Γαλαξίδι έλυσαν τις διαφορές τους. Ο Αστραπόγιαννος με τα παλικάρια του συγκρούστηκε μαζί του και τον νίκησε. Οι περισσότεροι Τούρκοι σκοτώθηκαν στη μάχη, ενώ οι λίγοι που σώθηκαν, άγρια καταδιωκόμενοι, αναγκάστηκαν να πέσουν στη θάλασσα, όπου και πνίγηκαν. Αυτή η επιτυχία του έκανε τον Αστραπόγιαννο θρύλο για όλους τους Ελληνες.

Σε μια επόμενη σύγκρουση, με πλήθος Τούρκων, σκοτώθηκε και ο Αστραπόγιαννος. Το συνταρακτικό στην περίπτωση αυτή, είναι ότι, για να μην πάρουν οι Τούρκοι το κεφάλι του, όπως συνήθιζαν και να το διαπομπέψουν, το πήρε το πρωτοπαλίκαρό του, ο Λαμπέτης, και το έκρυψε στο σακίδιό του. Με το κεφάλι στην αγκαλιά του, πέρασε λόγγους και βουνά, καταδιωκόμενος απ’ τους Τούρκους, ψάχνοντας μια ασφαλή κρύπτη για να το θάψει. Οταν σταματούσε σε καμιά πηγή ή καθόταν να ξαποστάσει κάτω από κάποιο δέντρο, έβαζε το κεφάλι απέναντί του, μοίραζε συμβολικά μαζί του το λιγοστό ψωμί του και δρόσιζε με νερό τα παγωμένα χείλη του.

Μετά από λίγες μέρες, αποφάσισε να αποχωρισθεί το κεφάλι του αρχηγού του, και το έθαψε πάνω από το χωριό Πέντε Ορια, αφού έσκαψε λάκκο στο πλάι ενός μεγάλου βράχου. Στο σημείο αυτό πήγαινε κάθε μέρα και φιλούσε το χώμα.

Μετά τον θάνατο του Αστραπόγιαννου, διορίστηκε αυτός αρματολός της περιοχής. Λίγο αργότερα, ο Λαμπέτης τραυματίστηκε βαριά σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους στο όρος Τρίκορφα. Αιμόφυρτος, όπως ήταν κατόρθωσε με μεγάλη προσπάθεια να φτάσει στο σημείο που είχε θάψει το κεφάλι του αρχηγού του. Αφού φίλησε για τελευταία φορά το χώμα, έπεσε κι αυτός νεκρός.

Από το δραματικό αυτό γεγονός εμπνεύστηκε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, το έργο του «Αστραπόγιαννος». Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημα, καθώς και ένα σχετικό δημοτικό τραγούδι:

«Χτύπα, Λαμπέτη μου!… Απλωσε πιάσε,

σφίξε στα δάχτυλα τ’ άσπρα μαλλιά.

Τα χέρια εσταύρωσα… μη με φοβάσαι,

κόψε με… πάρε με στην αγκαλιά».

Βαριά σπαράζει φοβερή στο χέρι του Λαμπέτη

η κάρα τ’ Αστραπόγιαννου.. Το μάτι ανταριασμένο

του σκοτωμένου τρεις φορές ανεβοκατεβαίνει

και βασιλεύει σκοτεινό…

 

Και το δημοτικό τραγούδι:

Ο Μέρτζας εξεκίνησε να πάει στο Γαλαξίδι,

να πάει να σφάξει χριστιανούς, να πάει να κάψει σπίτια,

να διαγουμίσει όλο το βιος, κορίτσια να σκλαβώσει.

Πιάνει και γράφει μια γραφή κι ένα κομμάτι γράμμα

«Σ’ εσένα, Αστραπόγιαννε… νάρθεις να φιληθούμε,

και μη γυρεύεις πόλεμο, και μη ζητάς ντουφέκι,

συμπάθησέ με σου ‘φταιξα, κι άλλη φορά δε βάνω

το πόδι μου στον τόπο σου και στο δικό σου χώμα».

Ελαβε ο Γιάννος τη γραφή και πάει και καρτεράει

στην άκρη του Γαλαξιδού μ’ εξήντα παλικάρια.

Νάσου κι ο Μέρτζας πο’ ρχονταν με πεντακόσιους Τούρκους.

Σαν άρχισαν τον πόλεμο από το δειλινό ως το βράδυ,

τρέχει το αίμα σα νερό, το Τούρκικο το αίμα.

Οι Τούρκοι σκοτωθήκανε κι ο αντίχριστος ο Μέρτζας.

 

*Δερβεναγάς=αρχηγός φρουράς διάβασης ή περάσματος

(Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΘΑΝΑΤΟΙ, Γ. Γρυντάκης. Εκδ. Σαββάλας)