«Δες την πλάστρια φύση που εργάζεται προς αυτό το σκοπό,

Τα μοναδικά άτομα που τείνουν το ένα στο άλλο.

Που προσελκύουν, που προσελκύονται, το επόμενο στη θέση,

Να σχηματίζεται και να αναγκάζεται τον γείτονά του ν’ ασπαστεί.

Δες την ύλη πρώτα, με ποικίλη ζωή ενδεδυμένη,

Να πιέζει ακόμη προς ένα κέντρο, το κοινό καλό».

Αλεξάντερ Πόουπ, Δοκίμιο περί του Ανθρώπου, 1734

Οι πρώτοι αστέρες που δημιουργήθηκαν από νέφη υδρογόνου και ηλίου, σχηματίστηκαν περίπου 180 εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Εκρηξη (Big Bang). Η μεγάλης κλίμακας δομή του Σύμπαντος τέθηκε την ίδια εποχή. Αρχιζε να δημιουργείται το μέρος που μας είναι οικείο τώρα.

Η ανάφλεξη του φωτός από την αποσύζευξη φωτονίων, ακολουθήθηκε από μια εποχή απόλυτου σκότους, που συνήθως αποκαλείται Σκοτεινή Εποχή. Οποιαδήποτε ακτινοβολία βραχέος μήκους κύματος που μπορεί να εκπέμφθηκε, γρήγορα απορροφήθηκε από το αέριο που διασκορπίστηκε στο διάστημα.

Μπορούμε μόνο να διαπιστώνουμε θεωρίες σχετικά με το τι μπορεί να συνέβαινε κατά τη διάρκεια της κοσμικής Σκοτεινής Εποχής, με τη χρήση υπολογιστικών προσομοιώσεων, με βάση τα όσα γνωρίζουμε για την εποχή που ήρθε μετέπειτα.

Κατά τη διάρκεια της Σκοτεινής Εποχής, το Σύμπαν κατά κάποιο τρόπο άλλαξε από το αξιοσημείωτα ομοιογενές, ομαλό Σύμπαν απολιθωμένο στo CMB (cosmic microwave background), σε ένα σύμπαν που είναι υψηλά δομημένο, με περιοχές πολύ υψηλής πυκνότητας ύλης και περιοχές που είναι κυριολεκτικά κενές.

Η καλύτερη θεωρία μας για όσα συνέβησαν δίνει στη βαρύτητα πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι ανεπαίσθητες ανωμαλίες που διακρίνουμε να διατηρούνται στην CMB, έγιναν το επίκεντρο της συσσωρευμένης ύλης. Η βαρύτητα προσέλκυσε άλλη ύλη και ενέργεια στις περιοχές όπου υπήρχε ήδη ελαφρώς περισσότερη.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι ορισμένες περιοχές είχαν αρκετή συγκεντρωμένη ύλη να συσπειρώνεται με ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη, ώστε οι πολύ πρώτοι αστέρες άρχισαν να σχηματίζονται, πιθανόν κάποια στιγμή γύρω στα 150 -180 εκατομμύρια έτη μετά τη Μεγάλη Εκρηξη.

Για μεγάλο διάστημα, η ιδέα ότι κάποιο είδος ελκτικής δύναμης δρα ανάμεσα στην ύλη, έχει γίνει εμφανές από την καθημερινή εμπειρία. Η βαρύτητα περιγράφηκε αρχικά ως μια ελκτική δύναμη που εμποδίζει τα πράγματα να πέσουν από τη Γη, από τον ινδό μαθηματικό Βραχμαγκούπτα (598 – 668 μ. Χ.), που χρησιμοποίησε τον όρο gurutvakarshan, που σημαίνει «να προσελκύεται από τον αφέντη».

Ενας προηγούμενος ινδός αστρονόμος και μαθηματικός, ο Βαραχαμιχίρα (505 – 587 μ.Χ.) είχε πει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια δύναμη, που εμποδίζει τα αντικείμενα να πετάξουν από τη Γη, και συγκρατεί τα ουράνια σώματα στις σωστές τους θέσεις, αλλά δεν την είχε κατονομάσει.

Ο πρώτος που αποφάσισε να ερευνήσει τη βαρύτητα ήταν ο ιταλός αστρονόμος Γαλιλαίος (1564 – 1642). Επικαλέστηκε έναν ισχυρισμό που είχε κάνει ο Αριστοτέλης, ότι τα βαρύτερα αντικείμενα πέφτουν πιο γρήγορα από τα ελαφρά αντικείμενα. Λέγεται ότι πραγματοποίησε μια επίδειξη που αφορούσε τη ρίψη σφαιρών από την κορυφή του Πύργου της Πίζας, για να αποδείξει ότι αντικείμενα του ίδιου σχήματος αλλά διαφορετικής μάζας, φθάνουν στο έδαφος την ίδια στιγμή. Ορθώς υποστήριξε ότι τα αντικείμενα πέφτουν με διαφορετικές ταχύτητες εξαιτίας της αντίστασης του αέρα και όχι της βαρύτητας. Ο Γαλιλαίος έκανε και άλλο πείραμα, δοκιμάζοντας τη δράση της βαρύτητας με κυλιόμενες σφαίρες, σε μια πλαγιά και κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα.

Η Δικαίωση του Γαλιλαίου

Ο κυβερνήτης Ντέιβιντ Σκοτ της αποστολής του Apollo 15 στη Σελήνη, το 1971, απέδειξε ότι ο Γαλιλαίος είχε δίκιο. Τα αντικείμενα πέφτουν όλα με την ίδια ταχύτητα, αν δεν υπάρχει η αντίσταση του αέρα. Ο Σκοτ έριξε ένα μεταλλικό σφυρί και ένα πούπουλο πουλιού, συγχρόνως. Και τα δύο προσέκρουσαν στην επιφάνεια της Σελήνης ταυτόχρονα.

(Πηγή: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ, Anne Rooney, Εκδ. Πεδίο)