Λιγότερο από πέντε μήνες μετά την αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Περλ Χάρμπορ, οι αμερικανοί έκαναν μια αεροπορική επιδρομή εναντίον του Τόκιο με βομβαρδιστικά και αεροπλανοφόρα. Αν και η επιχείρηση ήταν καλή για το ηθικό των Αμερικανών, δεν πέτυχε τίποτε περισσότερο από το να δείξει στους Ιάπωνες πως οι ακτές τους δεν ήταν άτρωτες. Αργότερα, στη διάρκεια του πολέμου, τα βομβαρδιστικά των Ηνωμένων Πολιτειών μπόρεσαν να επιτεθούν στα ιαπωνικά νησιά από βάσεις στην Κίνα, αλλά μόνο στα τέλη του 1944 κατόρθωσαν να εξαπολύσουν οργανωμένες αεροπορικές επιθέσεις.

Παρά τις αεροπορικές επιδρομές και τις πληττόμενες περιοχές έξω απ’ τα νησιά τους, οι Ιάπωνες συνέχισαν τον πόλεμο. Ο στρατιωτικός κώδικάς τους δεν επέτρεπε την παράδοση και, τόσο οι στρατιώτες, όσο και οι πολίτες συνήθως προτιμούσαν την αυτοκτονία αντί της παράδοσης. Τον Ιούλιο του 1945, οι Αμερικανοί έκαναν πάνω από 1.200 βομβαρδιστικές επιθέσεις κάθε εβδομάδα εναντίον της Ιαπωνίας. Σε αυτούς τους βομβαρδισμούς σκοτώθηκαν περισσότεροι από 250.000 άνθρωποι και άλλα 9.000.000 έμειναν άστεγοι. Ομως οι Ιάπωνες δεν έδειχναν καμία διάθεση για παράδοση καθώς οι Αμερικανοί ετοιμάζονταν για εισβολή στα νησιά τους.

Ενώ συνεχίζονταν οι αεροπορικές επιθέσεις και τα σχέδια για χερσαία εισβολή στον Ειρηνικό, ένα άκρως απόρρητο σχέδιο ετοιμαζόταν πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 16 Ιουλίου 1945, το Εργαστήριο Τεχνολογίας του Μανχάταν πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη ατομική έκρηξη της ιστορίας. Οταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο πρόεδρος Τρούμαν έγραψε στο ημερολόγιό του: «Φαίνεται ότι είναι το φρικτότερο πράγμα που εφευρέθηκε ποτέ, αλλά μπορεί να είναι και το χρησιμότερο».

Ο Τρούμαν κατάλαβε ότι το «φρικτότερο πράγμα» μπορούσε να συντομεύσει τον πόλεμο και να αποτρέψει ένα εκατομμύριο ανθρώπινες συμμαχικές απώλειες και αμέτρητους ιαπωνικούς θανάτους που θα προκαλούνταν από μια χερσαία εισβολή στην Ιαπωνία. Στις 27 Ιουλίου οι Ηνωμένες Πολιτείες έστειλαν ένα τελεσίγραφο: Παραδοθείτε, διαφορετικά θα χρησιμοποιήσουμε ένα «υπερόπλο». Η Ιαπωνία αρνήθηκε.

Τις πρωινές ώρες της 6ης Αυγούστου του 1945, ένα Β-29 με το όνομα «Ενόλα Γκέι» και πιλότο τον αντισμήναρχο Πολ Τίμπετς απογειώθηκε από το νησί Τίνιαν, στις Μαριάνες. Μετέφερε μία μόνο ατομική βόμβα βάρους 3,5 τόνων, με καταστρεπτική ισχύ 12,5 χιλιάδων τόνων ΤΝΤ (τρινιτροτολουόλης). Ο Τίμπετς οδήγησε το αεροπλάνο προς την Χιροσίμα, η οποία είχε επιλεγεί ως κύριος στόχος, λόγω των στρατιωτικών βάσεων και των βιομηχανικών περιοχών της. Αλλωστε, επειδή δεν είχε υποστεί άλλους σημαντικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, θα πρόσφερε ακριβή εκτίμηση για την καταστρεπτική ισχύ της βόμβας.

Στις 8:15 π.μ. το Ενόλα Γκέι έριξε τη βόμβα που ονομαζόταν Little Βoy (Αγοράκι). Λίγο αργότερα ο Τίμπετς παρατήρησε : «Ενα ζεστό φως πλημμύρισε το αεροπλάνο. Στραφήκαμε και κοιτάξαμε τη Χιροσίμα. Η πόλη ήταν κρυμμένη πίσω από ένα φοβερό νέφος … που υψωνόταν στην ατμόσφαιρα σαν μανιτάρι». Η άμεση επίπτωση του Little Boy ήταν ο θάνατος 70.000 τουλάχιστον κατοίκων της Χιροσίμα. Ορισμένοι υπολογισμοί αναφέρουν ότι ο αριθμός ήταν πολύ μεγαλύτερος, αλλά ακριβείς εκτιμήσεις είναι αδύνατες επειδή η έκρηξη κατέστρεψε όλα τα αρχεία της πόλης.

Ο Τρούμαν ξαναζήτησε την παράδοση της Ιαπωνίας. Μετά από τρεις μέρες χωρίς απάντηση, άλλο ένα Β-29 απογειώθηκε από το νησί Τίνιαν με μία ακόμη μεγαλύτερη ατομική βόμβα στο κύτος του. Οταν το πλήρωμα διαπίστωσε ότι το Κοκούρα, που αποτελούσε τον αρχικό στόχο, ήταν καλυμμένο με σύννεφα, στράφηκε προς τον δεύτερο στόχο, που ήταν το Ναγκασάκι. Στις 11:02 π.μ. της 9ης Αυγούστου, έριξαν την ατομική βόμβα που ονομαζόταν Fat Man (Χοντρός), η οποία κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης και σκότωσε πάνω από 60.000 κατοίκους της.

Οι παραδοσιακές βομβαρδιστικές επιδρομές συνεχίστηκαν επίσης εναντίον άλλων ιαπωνικών πόλεων στις 9 Αυγούστου και, μετά από πέντε ημέρες, 800 Β-29 σάρωσαν ολόκληρη την Ιαπωνία. Τελικά, στις 15 Αυγούστου, οι Ιάπωνες δέχθηκαν να παραδοθούν άνευ όρων.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει.

Πολλές συζητήσεις έγιναν μετά τους ατομικούς βομβαρδισμούς. Οι πολέμιοι αυτών των βομβαρδισμών όμως αγνοούν ότι οι παραδοσιακές βόμβες που έπεσαν στο Τόκιο και στη Δρέσδη προκάλεσαν πολύ περισσότερες απώλειες.

Πάντως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ρίψη των ατομικών βομβών στην Ιαπωνία συντόμευσε τον πόλεμο. Τα χτυπήματα εναντίον της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι είναι οι μοναδικές αεροπορικές επιδρομές που επηρέασαν ευθέως το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης. Ο αεροπορικός πόλεμος τόσο πριν όσο και μετά, συμπληρώνει απλώς τις χερσαίες επιχειρήσεις.

Πέρα από τη συντόμευση του πολέμου με την Ιαπωνία, η ανάπτυξη και η χρησιμοποίηση της ατομικής βόμβας πρόσφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες ασύγκριτη στρατιωτική υπεροπλία – τουλάχιστον για λίγο – ώσπου η Σοβιετική Ενωση δοκίμασε με επιτυχία τη δική της ατομική βόμβα. Οι δύο υπερδυνάμεις άρχισαν τότε ανταγωνιστικές προσπάθειες για πυρηνικό εξοπλισμό που έφερε τον κόσμο στα πρόθυρα της καταστροφής. Μόνο κάποιες δοκιμαστικές και η απειλή της αμοιβαίας ολικής καταστροφής περιόρισαν τη χρήση των ατομικών όπλων, δημιουργώντας την περίοδο του ψυχρού πολέμου, οπότε οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ έλυναν τις διαφορές τους με παραδοσιακά μέσα.

(Πηγή: Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες της ιστορίας, Μ. Lee Lanning, Εκδ. Ενάλιος)