Όταν ξέσπασε ο Β’ παγκόσμιος η Ελλάδα βρέθηκε για άλλη μία φορά δίπλα στην Αγγλία και απέναντι στη Γερμανία. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος που ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1940 και η γερμανική παρέμβαση τον Απρίλιο του 1941 έφερε τη χώρα κάτω υπό την κατοχή των δυνάμεων του άξονος. Η τύχη της, τελικά, αποφασίσθηκε σύμφωνα με τον καθορισμό των σφαιρών επιρροής μεταξύ των μεγάλων. Η αρχή έγινε στη διάσκεψη την Τεχεράνης το 1943, μετά με το περιβόητο σύμφωνο Τσώρτσιλ-Στάλιν τον Οκτώβριο του 1944, την περίφημη «Συμφωνία των ποσοστών»[9], ενώ επισφραγίστηκε κατά τη συνδιάσκεψη τη Γιάλτας το 1945, στην οποία οι νικητές Σύμμαχοι προσδιόρισαν τη θέση της Ελλάδος στο Δυτικό στρατόπεδο.

Όμως, μετά την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, η αγγλική εμμονή για την κατάπνιξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, οδήγησε στα γνωστά «Δεκεμβριανά» του ιδίου έτους και στην ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η ήττα των δυνάμεων του ΕΑΜ έφερε τη συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του 1945, στην οποία, μεταξύ άλλων, οριζόταν ρητώς ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ.

Τη Βάρκιζα ακολούθησε μία περίοδος, κατά την οποία έδρασαν διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις στην ύπαιθρο και στις πόλεις, η προκήρυξη των εκλογών του Μαρτίου του 1946 όπου το ΚΚΕ απείχε –παρά τις εκτιμήσεις για πολύ υψηλό ποσοστό- και η επαναφορά του αγγλόφιλου βασιλιά Γεωργίου του Β’ με δημοψήφισμα.

Γενικότερα, η ένταξη της χώρας στο στρατόπεδο της Δύσης και η πλήρης εναρμόνιση και ευθυγράμμισή της σύμφωνα με τις επιταγές, αρχικά των Άγγλων, και αργότερα των Αμερικάνων (από το 1947) στα πλαίσια της ψυχροπολεμικής λογικής, σε συνδυασμό με την απόφαση των δυτικών να εξαλείψουν την κομμουνιστική απειλή στις χώρες που ανήκαν στη σφαίρα επιρροής τους (προσωπικό ενδιαφέρον Τσώρτσιλ, δόγμα Τρούμαν για προστασία των αστικών δημοκρατιών), έσπρωξαν την Ελλάδα στον εμφύλιο αλληλοσπαραγμό. Να σημειώσουμε, όμως, ότι δεν ήταν άμοιρη ευθυνών και η άλλη πλευρά –για την ακρίβεια η ηγεσία της- καθόσον ενώ γνώριζε τη συμφωνία Ε.Σ.Σ.Δ και Αγγλίας ή αλλιώς Στάλιν – Τσώρτσιλ για την υπαγωγή της χώρας στον δυτικό κόσμο εντούτοις έπεσε στην παγίδα της διεξαγωγής ενός καταδικασμένου εξ αρχής εμφυλίου.

Οι δεκαετίες 1950 & 1960

Οι δεκαετίες του 1950 και 1960 που ακολούθησαν τη λήξη του εμφυλίου έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό την προσπάθεια της χώρας να συμμετάσχει στις εργασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να αποτελέσει αναπόσπαστο μέλος της Ενωμένης Ευρώπης. Η πικρή πείρα του πολέμου έπεισε και τους πλέον δύσπιστους Ευρωπαίους ότι το μέλλον της Ευρώπης περνούσε μόνον μέσα από την αγαστή συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών. Η αλληλεγγύη και η συνεργασία των ευρωπαϊκών λαών ήταν ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη και την ευδαιμονία τους. Έτσι η πρώτη κίνηση ήταν η ίδρυση της ΕΚΑΧ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα Χάλυβα) το 1952. Ακολούθησε το 1957 με τη συνθήκη της Ρώμης η ίδρυση της τότε Ε.Ο.Κ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα).

Η πρώτη απόπειρα αποκατάστασης της διεθνούς εικόνας της Ελλάδος, υπό τύπου διμερών σχέσεων, έλαβε χώρα από την κυβέρνηση του Παπάγου την περίοδο 1952-1955, που επιχείρησε να προσεγγίσει την τότε Δυτική Γερμανία. Την ίδια πολιτική συνέχισε και επεξέτεινε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος επεδίωκε την πλήρη ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Επειδή, όμως, το ελληνικό κράτος δεν είχε ακόμη επουλώσει πλήρως τις πληγές του δεν μπόρεσε να ενταχθεί ως πλήρες μέλος. Αυτό που πέτυχε τελικά ο Καραμανλής ήταν η υπογραφή της συνθήκης σύνδεσης το 1961.

Τώρα, η δεκαετία του 1960 κύλησε με εντυπωσιακούς αριθμούς ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, αλλά το καθεστώς των συνταγματαρχών από το 1967 έως το 1974 αποτέλεσε παράγοντα ανάσχεσης της ελληνικής ευρωπαϊκής προοπτικής. Οι συνθήκες πάγωσαν και μόνον από το 1975 και μετά, με πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον για την ένταξη στην Ε.Ο.Κ. Αυτό είχε ως συνέπεια την υπογραφή της συνθήκης ένταξης της Ελλάδος ως πλήρους μέλους τον Μάϊο του 1979. Ο στόχος είχε επιτευχθεί και η Ελλάδα το 1981 γίνεται το δέκατο μέλος της τότε Ε.Ο.Κ, κατόπιν επιμόνων και επίπονων προσπαθειών από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Από τη μεταπολίτευση (1974) έως την ένταξη στο Ευρώ το 2000

Η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας δεν ενθουσίαζε την εποχή εκείνη τόσο το ΚΚΕ (το οποίο εξ ιδεολογίας είναι αντίθετο) όσο και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, αν και το τελευταίο τηρούσε μία κάπως πιο διαλλακτική στάση. Το ΠΑΣΟΚ, μάλιστα, αύξανε σταδιακά την επιρροή του και έφθασε σε σύντομο χρονικό διάστημα από το 13% των εκλογών του 1974, στο 25% το 1977 που το κατέστησε Αξιωματική αντιπολίτευση και στο 48% του 1981 που το έφερε στην κυβέρνηση. Ποσοστό που σε αρκετό βαθμό οφείλεται στην αντιευρωπαϊκή ρητορική του Παπανδρέου (π.χ συνθήματα όπως: «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»).

Όταν ανέλαβε, όμως, τα ηνία της χώρας το ΠΑΣΟΚ δεν οδήγησε την Ελλάδα εκτός της τότε ΕΟΚ, εντάσσοντάς την σε καθεστώς χαλαρής σύνδεσης όπως διακήρυττε, αλλά έθεσε την πλήρη ένταξη της χώρας υπό νέα διαπραγμάτευση με το «Μνημόνιο» του 1982.

Η δεκαετία του 1980 κυλούσε με τον ευρωσκεπτικισμό της κυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ, ώσπου το 1986 ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να υπογράψει την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία αυτόματα τον κατέστησε θιασώτη, και μάλιστα ένθερμο, της ενιαίας ευρωπαϊκής προοπτικής. Εξασφαλιζόταν έτσι μία διευρυμένη πολιτική συναίνεση που συμπαρέσυρε αργότερα και την κοινή γνώμη υπέρ του Ευρωπαϊκού οράματος.

Η αυγή της δεκαετίας του 1990 βρήκε την Ελλάδα υπό τη διακυβέρνηση της Ν.Δ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο οποίος επίσης υποστήριζε την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδος. Η κυβέρνησή του συνυπέγραψε τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1991 που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ο.Ν.Ε. Τόσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όσο και η μετέπειτα κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου από το 1993, αλλά κυρίως η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Σημίτη από το 1996, κατέβαλλαν μεγάλες προσπάθειες ώστε αφενός μεν να ξεπεράσουν την οικονομική κρίση[10], αφετέρου δε να εντάξουν την Ελλάδα στη ζώνη του Ευρώ, του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.

Η συμμετοχή στο Ευρώ ήταν η μετουσίωση του ευρωπαϊκού ονείρου για την Ελλάδα που ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από τη δεκαετία του 1960. Να σημειώσουμε, μάλιστα, ότι εξίσου με τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα που υποστήριζαν την ένταξη στο Ευρώ, οι ίδιοι οι πολίτες, στο μεγαλύτερο ποσοστό, ήταν θετικοί σε αυτή την προοπτική.

Συνοψίζοντας, σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η θέση της χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι του 20ου αιώνα. Εάν θα επιχειρούσαμε να την παραστήσουμε γραφικά θα λέγαμε ότι διήνυσε μία σειρά από καμπύλες, αρχής γενομένης από την ανυποληψία στις αρχές του αιώνα, στη κορύφωση της ισχύος της το 1920, την ακόλουθη πτώση του κύρους της κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, την γεωπολιτική άνοδό της κατά τον Β’ παγκόσμιο, την ηθική κατάπτωση του εμφυλίου και την ανοδική πορεία που ακολούθησε μετεμφυλιακά με κορύφωση τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Μοναδική παρένθεση και μελανό σημείο υπήρξε η επταετία 1967-1974, κατά την οποία οι συνταγματάρχες επωφελήθησαν από τη σπαρασσόμενη δημοκρατία ώστε να επιβάλλουν ένα αυταρχικό καθεστώς.

Οι μεταναστεύσεις των Ελλήνων κατά τον 20ο αιώνα

Επειδή, όμως, η παρούσα εργασία θα ήτο ελλιπής θα αναφερθούμε επιγραμματικά στο ζήτημα της μεταναστεύσεως που αντιμετώπισε η χώρα τον 20ο αιώνα.

Η μαζική μετανάστευση των Ελλήνων κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου, κυρίως σε υπερπόντιες χώρες επέφερε μία σειρά συνεπειών για το εθνικό κέντρο:

  • Πρώτον υπήρξε μία σημαντική πληθυσμιακή αιμορραγία περίπου 400.000 ανθρώπων (ποσοτικό στοιχείο) των παραγωγικών ηλικιών (ποιοτικό στοιχείο) τις οποίες στερήθηκε η χώρα σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο (χρεωκοπία 1893, ελληνοτουρκικός πόλεμος 1897, Μακεδονικό 1904-1908, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Α’ Παγκόσμιος 1914-1918, Μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922).
  • Η μεταναστευτική διόγκωση επέφερε δημογραφική στασιμότητα στην αύξηση του ελληνικού πληθυσμού.
  • Επιβραδύνθηκε η οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
  • Στερήθηκε η Ελλάδα ανθρώπινα μυαλά και φρέσκιες ιδέες που θα βοηθούσαν στη συνολική της ανάκαμψη και τον εκσυγχρονισμό (σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό, εκπαιδευτικό και ιδεολογικό πλαίσιο) από το τέλμα και τη συντήρηση των παλαιοτέρων.
  • Τουναντίον, ο μερικός επαναπατρισμός αυτών των μεταναστών, σε προχωρημένη ηλικία, αποτέλεσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη και τη διεθνή βελτίωση της εικόνας της χώρας, εξαιτίας των πεπαλαιωμένων κοινωνικοπολιτικών αντιλήψεων που εξέφραζαν, απότοκο της απομονώσεώς τους στο εξωτερικό.

Η μετανάστευση, όμως, συνεχίστηκε και μεταπολεμικά με κύριες χώρες υποδοχής τη Δυτική Ευρώπη και ειδικά τη Γερμανία, τον Καναδά, την Αυστραλία, τις Η.Π.Α. Αντιθέτως, οι ανεξαρτητοποιήσεις των πρώην αποικιών, όπως η Αίγυπτος, η Αιθιοπία και η Νότιος Αφρική έδιωξαν σημαντικό μέρος των Ελλήνων μεταναστών, καθότι τους ταύτιζαν με τους Λευκούς αποικιοκράτες. Τέλος, τις τελευταίες δεκαετίες από το 1970 και μετά έχει αντιστραφεί το μεταναστευτικό ρεύμα και είναι αρκετοί οι οποίοι έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα.

 

Βιβλιογραφία

1.     Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος. Από τη γένεση του Νέου Ελληνισμού (1204) στη    σύγχρονη Ελλάδα (2000), Εκδόσεις Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2005.

2.      Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος. Η διαμόρφωση και η άσκηση της εθνικής πολιτικής, Τόμος   Β’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2002.

3.      Σόλων Γρηγοριάδης, Οι Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Εκδόσεις Φυτράκη, Ειδική έκδοση για την  εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2011.

4.       Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ο Εθνικός Διχασμός, Εκδόσεις Φυτράκη, Ειδική έκδοση για την εφημερίδα  ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2011.

5.      Γεώργιος Κωστής, Θρίαμβος – Προδοσία – Καταστροφή. Η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε        θαλασσών, Τόμος Α’, Εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2006.

 

Δημήτρης Ρωμανός