Διήγημα

ΚΑΦΕΣ 1 ΕΥΡΩ
ΠΙΤΑ
ΚΕΙΚ

Η βραδινή σύσκεψη των ξαδέρφων είχε θέμα την αποθήκη και το ξεκαθάρισμά της από τις σαβούρες. Ο παλιατζής που είχε έρθει το απόγευμα είχε ξαφρίσει άλλο ένα ποδήλατο-αυτό της Χριστίνας, όπως παλιά ένας συνάδελφός του είχε ξαφρίσει της Τώνιας- ενώ τον είχαν καλέσει για να πάρει μόνο κάτι παλιά έπιπλα.

Βάνα: Δε μπορούμε να τον αξιοποιήσουμε αυτό το χώρο;

Τασούλα: Να γκρεμίσουμε τη μάντρα και να παρκάρουμε τα αυτοκίνητά μας.

Χριστίνα: Αξιοποίηση το λες εσύ αυτό;

Τώνια: Να τον κάνουμε μαγαζί.

Μαρία: Να φτιάχνουμε πίτες σαν της γιαγιάς και να τις πουλάμε στους περαστικούς.

Κατερίνα: Καφέ και πίτες.

Βάνα: Α, όλα κι όλα. Αν δεν έχει γλυκά, εγώ δε δουλεύω.

Χριστίνα: Καλά, τότε: «Καφέ, Πίτες και Κέικ» είπε με βλέμμα ονειροπόλο σα να το οραματιζόταν σε φωτεινή επιγραφή. Το θέμα είναι να το συμμαζέψουμε. Μπορώ να φέρω καναπέ και δύο πολυθρόνες σαλονιού από το σπίτι που κληρονόμησα από τη νονά μου καθώς και μια ροτόντα με καρέκλες.

Τασούλα: Τι να την κάνουμε τη βρωμοροτόντα με τις καρέκλες;

Κατερίνα: Στη ροτόντα θα τοποθετούμε τα ταψιά με τις πίτες και τις πιατέλες με τα κέικ για να τα βλέπουν και να διαλέγουν. Θα χρησιμεύει σα βιτρίνα.

Τώνια: Επίσης θα φέρουμε ένα τραπέζι κουζίνας με καρέκλες.

Βάνα: Ωραία όλα αυτά αλλά πού θα τα βάλουμε;

Μαρία: Και το κυριότερο: Δε θα κόβουμε αποδείξεις;

Χριστίνα (με αινιγματικό ύφος): Δε θα κόβουμε αλλά θα δίνουμε. Θα στριμώξουμε τις σαβούρες στο πίσω μισό της αποθήκης και το μπροστινό μισό θα το οριοθετήσουμε με ξύλο ραμποτέ καθώς και την οροφή του για να μην πάθουμε καρκίνο από το ελλενίτ. Θα βάλουμε ένα τραπέζι με μια ψεύτικη ή χαλασμένη ταμειακή και θα δίνουμε στους πελάτες αποδείξεις με μικροποσά από αυτές που μαζεύουμε όταν ψωνίζουμε στη Νέα Ιωνία: κάλτσες, τσιγάρα, περιοδικά κλπ. Εσύ Τασούλα θα βρείς την ταμειακή. Τόσα μαγαζιά έχει ανοίξει και κλείσει η οικογένειά σου.

Βάνα: Κυρίως κλείσει.

Μαρία: Και αν έρθουν να μας κάνουν έλεγχο;

Τασούλα: Πρέπει να ‘χουμε πολλές εξόδους για να το σκάμε και μην ξέροντας ποιον να πρωτοκυνηγήσουν θα μας χάνουν. Αυτό βέβαια χρειάζεται αρκετές ασκήσεις ετοιμότητας και συντονισμού, είπε σκεφτική.

Χριστίνα: Ακριβώς.

Χριστίνα: Φοβερό βιβλίο, πρέπει να το διαβάσεις (είπε κλείνοντάς το και κατεβάζοντας τις ποδάρες της από το τραπέζι).

Βάνα: Τι θα γίνει πια με αυτά τα βιβλία; Δε θα δουλέψεις ποτέ; Πάλι κάηκε το κέικ. Και μετά λέτε εμένα αφηρημένη, φώναξε αγανακτισμένη με τα μανίκια σηκωμένα και τα χέρια γεμάτα ζυμάρια στη μέση της.

Χριστίνα: Χαλάρωσε. Τι θα μας διαβάσεις απόψε στη Φιλολογική Βραδιά;

Βάνα: Το «Πώς Εκαψα Το Κέικ Που Μου Είχαν Πει Να Ψήσω».

Τασούλα (με μπικίνι και παρεό): Δεν αντέχω άλλο στη σαιζ λονγκ. Μ’ έφαγε ο ήλιος, σα γύφτισα έχω γίνει. Ας κάτσει και καμία άλλη για δόλωμα.

Χριστίνα (αυστηρά): Ξέρεις πολύ καλά ότι καμία άλλη δε μπορεί να κάνει τη δουλειά σου αν δεν κάνει λιποαναρρόφηση. Προτιμάς μήπως να έρθεις να φουρνίζεις πίτες;

Εκείνη γυρίζει τσαντισμένη στον κήπο και πέφτει άγαρμπα στη σαιζ λονγκ. Αμέσως ένα διερχόμενο φορτηγό φρενάρει στριγγλίζοντας και κατεβαίνουν οι δύο επιβαίνοντες μαγεμένοι από τη θέα του θείου κορμιού της παραβλέποντας εντελώς τη στραβωμένη μουράκλα της. Εκείνη την ώρα πετάγεται η Βάνα δήθεν τυχαία με ένα δίσκο γεμάτο εδέσματα και τους ρωτάει τι θα πάρουν. Εκείνοι παραγγέλνουν απ΄όλα χωρίς να ξεκολλήσουν το βλέμμα τους από την Τασούλα που τώρα αλείφεται αργά με αντηλιακό.

Μέσα, στη γωνιά με το χειρότερο φωτισμό-για ευνόητους λόγους- κάθεται η ογκώδης Κλαίρη που μοιράζεται με την πανκ Κική τις προχθεσινές πίτες που περίσσεψαν και παρατηρούν τους φορτηγατζήδες που πληρώνουν, αφήνοντας πλουσιοπάροχο πουρμπουάρ.

Μια ώρα μετά βλέπουν ένα λεχρίτη να πλησιάζει την ξαπλωμένη Τασούλα και η Κλαίρη σπεύδει να τον πλησιάσει και να σταθεί μπροστά του με σταυρωμένα στο στήθος χέρια και ανοιχτά πόδια.

Κλαίρη: «Δεν αγγίζουμε μίστερ» λέει, αν και δεν είναι απαραίτητο. Ο λιγούρης ήδη βρίσκεται στην αυλόπορτα.

Ένας από τους πρωινούς πελάτες ξανάρχεται το μεσημέρι και δείχνει την απόδειξή του στη Χριστίνα.

-«Τι συμβαίνει;» ρωτάει αυτή ατάραχη.

-«Τί απόδειξη είναι αυτή; Εδώ γράφει ότι αγόρασα καλσόν με 3,30 ευρώ»

-«Σου δώσαμε μεγαλύτερη απόδειξη για το ένα ψωροευρώ που πλήρωσες και ζητάς και τα ρέστα;»

-«Εγώ αγόρασα τυρόπιτα και όχι καλσόν, δεν είμαι καμία κουνίστρω»

-«Δε γράφει καλσόν αλλά καλσόνε, δεν το ‘γραψε όλο η ταμειακή»

-«Α, καλά τότε». Γυρίζει να φύγει.

-«Πάντως» λέει μόλις τον βλέπει να φτάνει στην πόρτα «πάω στοίχημα ότι την κουνάς την αχλαδιά» και σκάνε όλες στα γέλια. Εκείνος φουρκισμένος κοπανάει την πόρτα.

-«Είμαστε από το ΣΔΟΕ. Φέρτε την ταμειακή και τα βιβλία σας για έλεγχο καθώς και την άδεια του καταστ….». Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τη φράση οι δύο εφοριακοί και κατάλαβαν ότι μιλούσαν στον αέρα ή μάλλον στο σκύλο τη Λίντα που ήταν το μόνο ζωντανό ον που βρισκόταν στο χώρο όπου πριν από ένα λεπτό υπήρχαν τέσσερα άτομα.

Η Βάνα είχε τρέξει πίσω και πήδηξε από το κρυμμένο παράθυρο στην κουζίνα της μάνας της τραβώντας και ασφαλίζοντας το παντζούρι. Η Χριστίνα ξέφυγε από την κρυφή έξοδο προς το βενζινάδικο και πήγε να ταμπουρωθεί στο σπίτι της. Η Τασούλα το ‘σκασε από την πόρτα προς τη βεράντα της θείας Πιπής και από κει προς το σπίτι της σαν την αστραπή. Η Κατερίνα που τους είχε δεί πρώτη έφυγε από τον κήπο. Οι Ράμπο του ΣΔΟΕ έτρεξαν από πίσω τους και γλίστρησαν πάνω σε ένα σωρό από σκουπίδια ύψους ενάμιση μέτρου. Πρέπει να μαζεύονταν εκεί από δεκαετίες: υπήρχε ένα σαμπουάν ΟΜ-ΟR και γυάλινα βάζα από παιδικές τροφές Gerber, σκέφτηκαν πεσμένοι φαρδείς-πλατείς στο πάτωμα.

Ενας πελάτης που έφτασε μεθυσμένος και έφαγε εφτά σπανακόπιτες ξερνοβολάει στον κήπο. Συναγερμός. Δεν επιτρέπεται να χαλάει την εικόνα της επιχείρησης. Η Κατερίνα τον παρασύρει ως το υπόγειο όπου του τραβάει μια ξεγυρισμένη ένεση πριμπεράν με μια γαϊδουρινή σύριγγα και πέφτει ημιλιπόθυμος. Εκεί έχει το βαλιτσάκι της γεμάτο αντιόξινα και αντιεμετικά-κλοπιμαία από το φαρμακείο που δουλεύει απλήρωτη- για κάθε ενδεχόμενο δηλητηριάσεως.

Οι τοίχοι του μαγαζιού αντί να βαφτούν έχουν ντυθεί με μια πρωτότυπη ταπετσαρία: πτυχία διαφόρων ειδικοτήτων, μεταπτυχιακά, διπλώματα ξένων γλωσσών, βεβαιώσεις παρακολούθησης σεμιναρίων, βιογραφικά και βεβαιώσεις ανεργίας κοσμούν δεκάδες τετραγωνικά τοίχων. Τα επώνυμα και οι διευθύνσεις έχουν σβηστεί στα έγγραφα αυτά για ευνόητους λόγους. Οι ιδιοκτήτριες του μαγαζιού βρήκαν αυτό τον τρόπο για να εκδικηθούν για τα όνειρά τους και τα αναξιοποίητα προσόντα τους-εξ ού και το όνομα του μαγαζιού.

Σήμερα ήρθε η Αγορανομία για έλεγχο. Η Μαρία ανέλαβε να τους παραπλανήσει. Τους έδειξε επαγγελματική ταυτότητα με την ειδικότητά της στη Διεύθυνση ελέγχου Τροφίμων και τους είπε ότι έχει αναλάβει αυτή να εξιχνιάσει την υπόθεση γιατί της το ζήτησε ένας υψηλά ιστάμενος που δεν μπορεί να κατονομάσει.

Την περασμένη βδομάδα είχε έρθει η Πολεοδομία και το ‘σκασαν όλες από τις εξόδους κινδύνου αφήνοντας μόνο τη θεία Ελενίτσα. Δε χρειαζόταν και δεν ωφελούσε να της πουν τι θα πει. Εδώ οι ίδιες οι κόρες της δεν καταλαβαίνουν τι λέει. Οι πολεοδόμοι έφυγαν καλοταϊσμένοι από τα χεράκια της αγαθής ηλικιωμένης κυρίας και φορτωμένοι πίττες για τα σπίτια τους. Τους βούλωσε στην κυριολεξία το στόμα.

-«Σήμερα ζήτησαν το τηλέφωνό μου τρείς νταλικιέρηδες» είπε βαριεστημένα η Χριστίνα. «Καταντάει κουραστικό»

-«Εγώ είχα και ένα θαυμαστή συνεργειά» είπε η Βάνα. «Αν είχα αυτοκίνητο ίσως συνέφερε να τα φτιάξω μαζί του»

-«Στις φιλολογικές βραδιές δεν έρχεται κανείς γιατί μόνο τέτοιοι περνάνε από δω» είπε απογοητευμένη η Τασούλα. «Κανένας της προκοπής»

-«Ποιός θέλει κέϊκ σοκολάτα με σιρόπι;» ρώτησε η Μαρία. Της απάντησαν κραυγές ενθουσιασμού.

-«Γιατί, άσχημα περνάμε και μόνες μας;» μονολόγησε η Κατερίνα.

Τασούλα :Μια και πάει καλά το μαγαζί μπορούμε να επεκταθούμε και αλλού.

Βάνα: Πού δηλαδή;

Τασούλα: Να, το σπίτι της μαμάς σου έχει τρία δωμάτια. Το ένα μπορεί να γίνει ιατρείο και να το λειτουργείς εσύ με την τεράστια πείρα που απέκτησες τρέχοντας τη μάνα σου στα νοσοκομεία τόσα χρόνια, το άλλο δωμάτιο να γίνει κτηνιατρείο της Κλαίρης και το τρίτο, φαρμακείο της Κατερίνας.

Βάνα: Όταν λες Κτηνιατρείο της Κλαίρης εννοείς ότι η Κλαίρη θα παριστάνει το γιατρό ή το …;

Χριστίνα: Ο,τι θέλει, εναλλάξ, ανάλογα με τα κέφια της. Χα Χα…

Κατερίνα: Χωρίς πτυχία θα κάνουμε τους γιατρούς;

Χριστίνα: Σιγά, το μόνο εύκολο. Τώνιαααα, μπορείς να ζητήσεις από το κουμπάρο σου το γιατρό μια φωτοτυπία του πτυχίου του ή καλύτερα να του κάνεις μια επίσκεψη και να το φωτογραφήσεις;

Τώνια: Έγινε. Μόνο το όνομα θα αλλάξουμε.

Μαρία: Και στης Κλαίρης θα προσθέσουμε απλώς 4 γράμματα για να γίνει από Ιατρική Σχολή, Κτηνιατρική.

Κατερίνα: Εγώ πάντως έχω αντίγραφο πτυχίου Φαρμακευτικής.

Τασούλα: Και την ταράτσα τι θα την κάνουμε;

Μαρία: Να την κάνει Ωδείο ο θείος Στέλιος. Θα ονομάσουμε τη σκάλα που οδηγεί στην ταράτσα «Σκάλα του Μιλάνου» και στο τέλος της θα παίζει ακορντεόν ο μπαμπάς σου που θα διαφημίζεται ως Στυλ Μιλάνος.

Βάνα: Αφού θα αξιοποιήσουμε την ταράτσα, μπορούμε να κάνουμε κάτι και για το 2ο επίπεδο, την ταράτσα πάνω από το σπίτι της Τασούλας. Ο δικός μου, ο Σωτήρης έχει πεί πολλές φορές ότι θα ‘θελε να ‘χει ένα δικό του ουζερί και ας μην έχει κανένα πελάτη. Για την ακρίβεια έχει πει «καλύτερα να μην πατάει κανείς».

Χριστίνα: Τότε θα ανοίξει εκεί το ουζερί για το καλοκαίρι και μπορεί να το ονομάσει «Ανθρωποδιώκτης» ή «Ψηλά τα χέρια» για να αποθαρρύνει τους επίδοξους πελάτες. Εμείς όμως θα πηγαίνουμε, θέλει δε θέλει.

Τώνια: Κι αυτό το κουτούκι της Ζηνοβίας… Να του εξευγενίσουμε λίγο το όνομα μια και όλο το κτίριο θα γίνει πολυχώρος. Μπορούμε να το πούμε «chez Zeneviev» για να ταιριάζει με το Ατελιέ Ραπτικής της Ελενίτσας και το Art Photo Studio της Τασούλας.

Χριστίνα: Τότε θα κάνουμε μαζικά εγκαίνια του Πολυχώρου μαζί με τη δική μου Έκθεση Κολλάζ και Πορτραίτων στην ταράτσα. Μουσική, Φωτογραφία, Ραπτική, Ζωγραφική, Φαγητό και Ιατρική. Όποιος μπαίνει δεν ξαναβγαίνει. Μήπως να ανοίγαμε και ένα Γραφείο Τελετών για πιο ολοκληρωμένη εξυπηρέτηση;

Μ.Χ.Αναγνωστοπούλου