Μερικοὶ θέτουν τὸ δίλημμα: «Χρυσὸς ἢ Χριστός»; Τὸ δίλημμα τίθεται σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν πραγματικὰ στὸ Χριστό, τὸν ἐκφραστὴ τῆς πτωχείας, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ μπορέσουν ποτέ, ἀφοῦ ὁ ἀγώνας τους δὲν θὰ εἶναι θεάρεστος, νὰ φωνάξουν τὸ παύλειο: «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δ’ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλατ. β΄ 20 ). Ὅταν στὶς καρδιές μας κάθεται ὁ Χριστός, δὲν εὑρίσκει θέση νὰ κάτσει ὁ χρυσός. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν, τὸ πλήρωμα κάθε μας ἐπιθυμίας, εἶναι ὁ πλοῦτος μας, ἡ εὐημερία μας, ἡ χαρά μας, ἡ εἰρήνη μας, «ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα» (Φιλιπ. δ΄ 7) καὶ οἱ χριστοφόρες καρδιὲς εἶναι ἀδιαλείπτως πλούσιες σὲ ἀναγκαῖα ἀγαθά, πλούσιες σὲ αἰσθήματα ἀγάπης, πλούσιες σὲ ἐκφράσεις φιλαδελφίας καὶ ἀλληλεγγύης.

Γιὰ τὶς χριστοφόρες καρδιὲς δὲν ὑπάρχουν περίοδοι παχέων καὶ ἰσχνῶν ἀγελάδων. Δὲν ὑπάρχουν ἐποχὲς εὐμάρειας καὶ ἀνέχειας. Χαίρονται ἐξ ἴσου καὶ στὶς εὔκολες καὶ στὶς δύσκολες περιστάσεις καὶ ἀποδέχονται ὅλες αὐτὲς ὡς δῶρα Θεοῦ, τοῦ «ἐμπλιμπλῶντος ἐν ἀγαθοῖς» (Ψαλμ. 102, 5) κάθε μας ἐπιθυμία, πολὺ δὲ περισσότερο τὶς ἀγαθὲς ἐπιθυμίες μας.  Γιὰ τὶς χριστοφόρες καρδιὲς δὲν ἰσχύει τὸ ἀρχαῖο γνωμικό, «ζεῖ χύτρα, ζεῖ φίλος». Οἱ φιλικὲς σχέσεις τους εἶναι εἰλικρινεῖς, ἀνιδιοτελεῖς καὶ κενώνονται στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἄλλων, στὴν εὐγενῆ ἅμιλλα γιὰ ταχύτερη προσφορὰ καὶ ἀπόδοση τιμῆς στὸ ἕτερο πρόσωπο, στὴν ἔμπρακτη ἔκφραση συμπαθείας. Δὲν νοεῖται καρδιὰ φιλόθεη ποὺ νὰ μὴν εἶναι καὶ φιλάνθρωπη, πολὺ δὲ περισσότερο προσφερόμενη κάθε στιγμή, ἰδιαίτερα σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη.

Τὸ  χρυσάφι θρονιάζεται στὶς καρδιὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες  λείπει ὁ Χριστὸς καὶ εἶναι ἄπληστες καὶ ἀχόρταγες. Χριστὸς καὶ χρυσὸς δὲν χωροῦν μαζὶ στὴν ἴδια καρδιά. Θεὸς καὶ μαμωνᾶς δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρχουν, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέγει, ὅτι πρέπει τὸν ἕνα νὰ ἀγαπήσουμε καὶ τὸν ἄλλο νὰ μισήσουμε, ἀφοῦ «οὐ δύναταί τις δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. στ΄ 24 ). Δεν μποροῦμε ταυτόχρονα νὰ ἀνοίγουμε τὶς καρδιές μας στὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ στὸν ἀντίχριστο, στὸ ὑπηρέτη τῆς ἰδιοτέλειας καὶ τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, ὅπου ἡ παρουσία «φίλων» θυμίζει τοὺς σημερινοὺς ἑταίρους τοῦ ἔθνους μας, ποὺ σὰν προβατόσχημοι λύκοι παρουσιάζονται σὰν φίλοι, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς λέει «ἅμα ἔχεις τέτοιους φίλους, τί τοὺς θέλεις τοὺς ἐχθρούς».

Ἀποδημία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὶς καρδιές μας σημαίνει διπλοπροσωπία, ἀπόρριψη κάθε νόμιμου καὶ ἠθικοῦ καὶ  νομιμοποίηση τῆς ἀνηθικότητος μὲ τὴ δύναμη τῆς οἰκονομικῆς ἐπιφάνειας τοῦ προσώπου ἢ τῆς θέσεως ποὺ ἔχει στὴν κοινωνικὴ ἱεραρχία.

Ἡ χριστιανικὴ καρδιὰ εἶναι φιλικὴ πρὸς ὅλους, «δὲν ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α΄ Κορίνθ. ιγ΄ 5), καὶ κτυπᾶ στὸ ρυθμὸ τῆς ἀνάγκης τῶν ἄλλων. Βλέπει τοὺς ἄλλους μὲ καθαρὸ μάτι σὰν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς σέβεται καὶ τοὺς τιμᾶ ὅπως καὶ τὸ πρωτότυπο, τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας. Δὲν σκέπτεται ἂν ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους θὰ προκληθεῖ προσωπικὸ ὄφελος, ἀλλὰ ἂν ἡ ἐπικοινωνία θὰ ἑνώσει περισσότερο τὶς καρδιὲς ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μας καὶ θὰ τὶς ὁδηγήσει ἑνωμένες σὲ ἀμοιβαῖο ὄφελος, στὸ μακάριο ὄφελος τῆς σωτηρίας.

Δὲν σημαίνει, ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἡ χριστοφόρα καρδιὰ ἔχει ἄδειο πορτοφόλι. Μπορεῖ νὰ ἔχει χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως διαχειρίζεται μὲ τὸν σωστότερο, τὸ εὐαγγελικὸ τρόπο τῆς προσφορᾶς. Καὶ ὅσο βλέπει ὁ βασιλιὰς τῆς καρδιᾶς, ὁ Χριστός μας, ὅτι ἡ διαχείριση εἶναι σωστή, τόσο περισσότερα δίνει στὸν ἄξιο διαχειριστή της. Τὸν ἐπαινεῖ καὶ τὸν βραβεύει μὲ αὔξηση τοῦ πρὸς διαχείριση πλούτου του καὶ αὐτὸ γιὰ προβολὴ τῆς ἔμπρακτης χριστιανικῆς ζωῆς καὶ τὸ κοινὸ καλό, τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ. Ἂν πάλι ὁ καλὸς διαχειριστὴς βρεθεῖ σὲ δύσκολη οἰκονομικὴ θέση δὲν σημαίνει ὅτι ἀποδήμησε κατ’ ἀνάγκην ὁ Kύριος ἀπὸ τὴν καρδιά του, ἀλλὰ ὅτι δοκιμάζεται γιὰ τὴν πίστη του καὶ τὸ ταπεινό του φρόνημα, ὅπως δοκιμάσθηκε ὁ Ἰώβ, ὁ ὁποῖος καὶ στὶς περιόδους εὐμάρειας δοξολογοῦσε τὸ Θεὸ καὶ στὶς περιόδους ἀνέχειας λέγοντας «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο, ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο, εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰὼβ α΄ 21).

Ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ πολύτιμος μαργαρίτης μας, ἀνώτερος κάθε χρυσίου καὶ ἀργυρίου. Ὅποιος τὸν δεχθεῖ μέσα στὴν καρδιά του βρῆκε τὸν θησαυρό, ποὺ ὅμοιός του δὲν ὑπάρχει στὴ γῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ αἰσθάνεται πλούσιος σὲ ἀγάπη, σὲ αἰσθήματα φιλίας, σὲ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά, ὥστε ἡ χαρά του νὰ εἶναι μόνιμη καὶ «πεπληρωμένη». Ἂν ψάξουμε νὰ βροῦμε τὸ μαργαριτάρι αὐτὸ καὶ νὰ τὸ θρονιάσουμε στὴν καρδιά μας, τότε θὰ εἴμαστε οἱ εὐτυχέστεροι τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν πρόκειται νὰ μᾶς λείψει ποτὲ τίποτα.

Δρ ΜΠΟΥΣΙΑΣ Μ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας