Μια κλασική άσκηση συγκέντρωσης που είχα διαβάσει μικρή και με είχε εντυπωσιάσει, έλεγε: να προσπαθήσεις με κλειστά μάτια να φανταστείς το δρόμο που μένεις, με λεπτομέρειες. Πρώτα από τη μια πλευρά, μετά από την άλλη. Τι βλέπεις, τι συναντάς καθώς διανύεις τη διαδρομή που έβαλες ως όριο. Κάπως έτσι, η πόλη γίνεται εικονική πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα την κρατάς ζωντανή μέσα σου, και ως άλλος Αναγεννησιακός καλλιτέχνης που δοκιμάζει τη χαρά του  νεωτερισμού της προοπτικής, την παραλλάσσεις, παίζεις ας πούμε, με την οπτική των δρόμων. Τους κάνεις έρημους όπως η μεταφυσική ματιά του ντε Κίρικο ή ζουμάρεις από ψηλά σε γκόθικ εκδοχές σαν κόμικ ή παίζεις με τη σκιά και το άσπρο-μαύρο σαν να μπήκες σε φιλμ-νουάρ. Τελειώνοντας την άσκηση, αν δεν ξεστρατίσει ο νους και η συγκέντρωση διαρκέσει, καταλήγεις (μέρες που είναι) να σκέφτεσαι τα πιο σοβαρά. Σκέπτομαι λοιπόν πως στην παρούσα συγκυρία είναι αναπόφευκτο να γίνονται συγκρίσεις με άλλες εποχές όπως και το να αναζητά κανείς λύσεις για την “επόμενη μέρα” της πανδημίας -που δεν φαίνεται να λήγει και πολύ σύντομα. Τι εννοώ: ότι ανακαλεί κανείς την ιστορική γνώση για να “ρίξει τα χαρτιά” της αβέβαιης πρόβλεψης για το μέλλον. Οπότε μοιραία επιστρέφει και ξανακοιτάζει το παρελθόν.

Η (μερική ή ολική) αμφισβήτηση ή και απόρριψη των γονεϊκών επιλογών είναι κανόνας αν θέλει να προχωρήσει κανείς,. Προσωπικά, έχοντας περάσει από πολλούς βαθμούς αμφισβήτησης και απόρριψης προτύπων, πρέπει να πω ότι τώρα, αν όχι ήδη από τον καιρό της πρώτης οικονομικής κρίσης (γιατί αναμένεται και δεύτερη με το lock down), επέστρεψα για να εξετάσω την “πολυτελή περιπέτεια” των γονέων μας ή/και παππούδων. Της καλής ζωής που πέτυχαν, και κατόπιν έδωσαν στους επόμενους. Διότι πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι η μεταπολεμική γενιά και για να ακριβολογώ, η γενιά που γεννήθηκε λίγο πριν ή στις αρχές του Β’ ΠΠ, με αξιοθαύμαστη αρετή και τόλμη κατάφερε να ξαναστήσει τις κοινωνικές δομές, να αποκαταστήσει δίκτυα και πόλεις κατεστραμμένες, να αγνοήσει το ηθικό της ήττας ή της επηρμένης νίκης, και επιπλέον να αναζητήσει μια καλή ζωή, τεχνολογική πρόοδο και τη δημιουργία θεσμών διασφάλισης της ειρήνης.

Αναρωτιέμαι ποιές αρετές προσωπικές όσο και της ανθρωπιστικής παράδοσης της Δύσης υπήρξαν ο πυλώνας για το θαύμα αυτό…Ποιές διαθέτουμε ακόμη ατομικά, ως κράτη και ως ευρύτερες θεσμικές/πολιτικές οντότητες και αν εμείς θα μπορέσουμε να βγούμε με τετοια δύναμη ζωής από τα χτυπήματα της οικονομικής, ανθρωπιστικής κρίσης -που εντείνονται με την κοινωνική απομόνωση του επίφοβου για τη ζωή κορωναϊού. Ποιά κοινωνικά και θεσμικά αντανακλαστικά χρειαζόμαστε για να βγούμε αναγεννημένοι από τις απανωτές κρίσεις που λόγω της δυναμικής τους, διχάζουν, φοβίζουν και ανατρέπουν την ψυχική ισορροπία των ατόμων; Πώς θα μπορέσουμε να ξαναζήσουμε κανονικά; Και τι θα έχουμε μάθει από τις συνεχόμενες κρίσεις του πολιτισμού μας; Πέρα απ’ το να κατηγορούμε τους προηγούμενους για όσα συνέβησαν σε μας.

Τα χρόνια που η κάθε γενιά περνάει ένα καινούργιο μήνυμα, διαμορφώνει και διαμορφώνεται, είναι καμμιά εικοσαριά και ίσως λέω και πολλά. Δεν είναι εύκολο να έχει κανείς συναίσθηση της “ιστορικότητας” των χρόνων του ενώ ζει την καθημερινότητα, όμως πιστεύω πως η δική μου γενιά υπήρξε θεατής και επιδέξιος διασκεδαστής μέσα στη χειραγώγηση της γενιάς της μεταπολίτευσης. Αν οι γονείς ήταν η μεταπολεμική γενιά, τα μεγάλα μας “αδέρφια” και “ξαδέρφια” που έδιναν τον τόνο της αμφισβήτησης και των επιλογών μας, ήταν μια μάλλον μέτρια επιρροή, αν όχι -ενίοτε- κακή, κι εμείς μάλλον χειραγωγηθήκαμε παρά δράσαμε. Και μ’ αυτή την παρακαταθήκη όμως, φαίνεται για την ώρα να τα καταφέρνουμε.

Στο φως των εξελίξεων και των γεγονότων της τελευταίας δεκαετίας, είναι ίσως η πρώτη φορά που αντιλαμβάνομαι καλύτερα την έννοια της “χαμένης γενιάς” και την απελπισία του Σκοτ Φιτζέραλντ. Τον τρόμο που γεννάει μια ζωή που κινδυνεύει να σπαταληθεί χωρίς λόγο. Είναι σπάνια στιγμή αυτογνωσίας και υπαρξιακού τρόμου, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όχι για να ωθήσει σε ηρωική παραίτηση και να διαλύσει κάθε ελπίδα όπως στους ξενιτεμένους στην Ευρώπη Αμερικανούς καλλιτέχνες των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά για να δώσει δύναμη και αποφασιστικότητα. Είπαμε, η Ιστορία δεν αντιγράφεται, αλλά σαν το ι-τσινγκ, σου αποκαλύπτει την ταυτότητα των ανά των αιώνων τυχαιοτήτων.

 

Νατάσσα Χασιώτη