Δεν ξέρω αν εντείνεται ο κυνισμός και η απάθεια με τα χρόνια, αλλά το καλοκαίρι, η “πιo ξένοιαστη εποχή του χρόνου” έπαψε να είναι έτσι. Το καλοκαίρι είναι ευχάριστο όταν δεν χρειάζεται να πακετάρεις συμπράγκαλα και να τρέχεις αλαφιασμένος πίσω από πλοία, αεροπλάνα και τραίνα με συνωστισμό που σου αφήνει μια αίσθηση ματαιότητας. Ο τουρισμός τα τελευταία χρόνια μού φαίνεται σαν ενοχλητικός συγγενής με τον οποίο δεν έχεις πολλά-πολλά, αλλά επιμένει να σε επισκέπτεται τις περισσότερες φορές για να σε κάνει να πλήξεις, και να ορκιστείς ότι δε θες να γίνεις έτσι κι εσύ: ψάθες, παιδιά, σκυλιά, ταλαιπωρία, μηδενικός ποιοτικός χρόνος και κουτσομπολιό μαζί με πανάκριβο φαγητό.

Όταν είσαι παιδί, όλα είναι μαγικά το καλοκαίρι: τα μυρμήγκια που παρατηρείς να μεταφέρουν σπόρια στη φωλιά τους, η ξυπολισιά, τα μούρα, το καρπούζι, τα σύκα, τα μπάνια, τα παγωτά και που σιγά-σιγά δεν κρυώνεις όσο αυξάνεται ο αριθμός απ’ τα μπάνια, ούτε κι όταν φυσάει βραδινό μελτεμάκι. Στην εφηβεία και στα φοιτητικά χρόνια, έχεις την περιέργεια του ανεξερεύνητου, σαν να μην έχεις ξαναπάει διακοπές. Και όντως, δεν έχεις πάει διακοπές όπου θα φέρνεις άμμο στο δωμάτιο και τα ρούχα σου θα είναι φύρδην-μίγδην, θα τρως και θα κοιμάσαι όποτε να ‘ναι, και στο πλοίο θα γελάς με τους κάγκουρες που πάνε στο ίδιο νησί με σένα και την ψαγμένη σου και cool παρέα. Ο συνωστισμός τότε έχει πλάκα. Το ίδιο και η “δεκαρολογική” οικονομική διαχείριση για να βγουν οι διακοπές.

Κάποτε όμως ο μαζικός τουρισμός αρχίζει να ενοχλεί. Η αέναη επιβίβαση και μετεπιβίβαση σε διαφορετικές χώρες, περιοχές, προορισμούς μοιάζει περισσότερο με ψυχαναγκαστικά οργανωμένη απόβαση με σκοπό να μην αφήσει απείραχτο ούτε ένα λιθαράκι στον πλανήτη. Σαν ένα πλάνο για περισσότερα προσόντα και εμπειρίες των παιδιών σε έναν μελλοντικό, ανταγωνιστικό χώρο εργασίας. “Να δουν τα παιδιά”, και κάπως έτσι οι διακοπές γίνονται κατανάλωση, κούραση, παρέμβαση, ενόχληση. Σαν το “lower” και το φροντιστήριο μαθηματικών μπας και βρει ευκολότερα δουλειά αύριο-μεθαύριο το τέκνο. Να ‘χει δει, να ‘χει ξυπνήσει ο “Οδυσσέας”. Κι όμως, αυτό που θα ‘χει δει και θα ‘χει γνωρίσει ο “Οδυσσέας” της αυριανής, δύσκολο να αποκατασταθεί γενιάς, θα είναι ο βιασμός της Φύσης, η βιαστική διασκέδαση, η σπατάλη, η κατανάλωση, το καθισιό και το πολύ φαγητό για να γεμίσει η ανία και η αμηχανία μιας οικογένειας που βρίσκεται μαζί σπάνια.

Ο κορωνοϊός είναι χάλια. Είναι φόβος, απειλή και βάρος τεράστιο. Μήπως όμως εκεί κάπου σε κάποια ακρούλα μπορούμε να προσπαθήσουμε να βρούμε χώρο να σκεφθούμε κάποια πράγματα αφού αναγκαστικά έχουμε το χρόνο να το κάνουμε; Και μήπως αναθεωρήσουμε σε μικρο- και μακρο-μεγέθη τον τρόπο ζωής μας μέχρι σήμερα; Για να ξαναπάρουν οι καλοκαιρινές διακοπές λιγάκι το ύφος της ξενοιασιάς και για μας που λόγω ηλικίας νοιαζόμαστε για τους υπόλοιπους.

 

Νατάσσα Χασιώτη