“Εικοσιπέντε”. Ωραία. Μπορούσε να σταματήσει για λίγο. Είχε ακόμα δρόμο να κάνει για να φτάσει στην κίτρινη σημαδούρα, αλλά η κράμπα στο δεξί πόδι την έκανε να το ξανασκεφτεί. Ξάπλωσε ανάσκελα, χαλάρωσε και αφέθηκα στη γαλήνη του ανάλαφρου κυματισμού της θάλασσας. Δεν άκουγε τι γινόταν γύρω της, ούτε είχε αίσθηση του προσανατολισμού. Άραγε συνέχιζε να πηγαίνει προς τη σημαδούρα ή είχε στρίψει προς άλλη κατεύθυνση; Η κράμπα πέρασε, η Ιόλη βγήκε απ’ τη θέση χαλάρωσης και κοίταξε γύρω της. Κατευθυνόταν προς την παχουλή κυρία με το μπεζ καπέλο. “Έτσι ακίνητη που στεκόταν η γυναίκα, θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμεύσει για σημαδούρα, αν τολμούσε να πάει λίγο πιό βαθιά”, σκέφτηκε και γέλασε πνιχτά. Κοίταξε πάλι τη σημαδούρα. Τρεις μέρες τώρα την είχε βάλει στο μάτι κι όλο κολυμπούσε προς τα κει, αλλά ξαφνικά τρόμαζε και  λίγα μέτρα πριν φτάσει κολυμπούσε με μανία να φτάσει πάλι σε μέρος που πατούσε, στα ρηχά. Σήμερα όμως, είχε ανταγωνιστή.

Είχε καιρό να φλερτάρει, και της φάνηκε ότι ο κολυμβητής που κινούνταν σε μικρή απόσταση δίπλα της, της έδειχνε το ενδιαφέρον του, και την έβαζε στο παιχνίδι, προκαλώντας την ως τη σημαδούρα. Κολυμπούσε λίγο, στεκόταν μετά να δει αν η Ιόλη έκανε κι εκείνη προσπάθεια να φτάσει τόσο μακριά. Η σημαδούρα ή το φλερτ με τον κολυμβητή είχε ενδιαφέρον; Στην αρχή ενοχλήθηκε. Την έπιασε το φεμινιστικό, αν και κατά βάθος ένιωθε μάλλον ανακούφιση που υπήρχε κι άλλος τρελλός που ήθελε να πάει τόσο μακριά. Με τον κολυμβητή δίπλα, δεν ένιωθε τόσο μόνη, δεν την τρόμαζε τόσο το θάμπωμα της θάλασσας καθώς κοιτούσε προς τα κάτω, ένα θαμπό γκρί-μπεζ που την έκανε να θυμηθεί όλες τις ταινίες που είχε δει με καρχαρίες, σαλάχια, φάλαινες και τέρατα της θάλασσας που ορμάνε απ’ το πουθενά και τρώνε κολυμβητές λίγο-λίγο, μέχρι το τελικό “μπλιπ” τη στιγμή που το τεράστιο ψάρι καταβυθίζει το τελευταίο απομεινάρι ενός ανθρώπου που λίγο πριν γελούσε κι έκανε βουτιές, για να το αποτελειώσει, στη φωλιά του. Η Ιόλη κι ο άντρας κολυμπούσαν, κι ύστερα διακριτικά σταματούσαν και κοίταζαν ο καθένας αλλού, έριχναν όμως και κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλο, δήθεν ότι ετοιμαζόντουσαν για τη συνέχεια της κολυμβητικής κούρσας.

Λίγα μέτρα από τη σημαδούρα είχαν και οι δύο καταλάβει ότι το φλερτ τους ενδιέφερε όσο και το να φτάσουν στο κίτρινο μπαλόνι που κουνιόταν νωχελικά στο πήγαινε-έλα των νερών. Στο φλερτ συμπεριλήφθηκε τώρα κι ο ανταγωνισμός. Ο κολυμβητής την περίμενε διακριτικά όσο η Ιόλη καθυστερούσε για να τσεκάρει το ενδιαφέρον του, αλλά μετά κολυμπούσε με μεγαλύτερη ορμή αφήνοντάς την πίσω. Μετά, ξαφνικά άρχισε να κάνει βουτιές και να πηγαίνει προς τα ρηχά. Η κοπέλα αποφάσισε να τσεκάρει και πάλι το ενδιαφέρον του, και διπλασίασε τις προσπάθειές της να φτάσει στη σημαδούρα, νικώντας αυτή τη φορά στην επίδειξη δύναμης. Η ήττα άλλαξε το παιχνίδι του, και μετά από λίγο ο κολυμβητής επανήλθε. Του έριξε μια κλεφτή ματιά, σταμάτησε το κολύμπι κι άρχισε να κάνει χαλαρά ποδήλατο επί τόπου. Ίσιωσε το μαγιό της, βούτηξε στο νερό να φτιάξει τα μαλλιά της, και κοίταξε γύρω αφού σκούπισε τα μάτια της που την έτσουζαν. Το νησάκι απέναντι φαινόταν πεντακάθαρα καθώς η πρωινή υγρασία είχε υποχωρήσει. Μπορούσε να δει το εκκλησάκι, τα λιγοστά δεντράκια, ακόμα και τα ξέφωτα που κατέληγαν σε μονοπάτια και ένωναν την παραλία με το ύψωμα όπου βρισκόταν η μικρή εκκλησία. Στο βάθος τα βουνά της Εύβοιας, και απέναντι, πίσω απ’ τη δική της παραλία, άλλα βουνά που στο φως του ήλιου φαίνονταν μπλε-πράσινα. Η άμμουδερή παραλία που είχε άπειρα κοχύλια, εκτεινόταν σε μεγάλο μήκος στα δεξιά, με βλάστηση πυκνή από αρμυρείκια και καλαμιές εναλλάξ, αλλά και εντελώς ξερά κομμάτια γης, όπου χρύσιζε κοντοκομμένο ξερό χορτάρι. Στα αριστερά η παραλία κρυβόταν από μαγαζιά με τουριστικά και γραφικά ταβερνάκια.

Η κράμπα επανήλθε και η Ιόλη ξαναπήρε την θέση χαλάρωσης ανάσκελα στο νερό. Έπρεπε να περιμένει λίγο. Κοίταξε λοξά να δει πού βρίσκεται, και είδε τον άντρα. Ήταν λίγο πιό κοντά τώρα και τον έβλεπε πιό καθαρά. Ο κολυμβητής της θύμιζε τον θείο της καλύτερής της φίλης. Εκείνος ο θείος κολυμπούσε εκπληκτικά και κυνηγούσε μανιωδώς χταπόδια, κάτι που τον έκανε από ένα σημείο και μετά αντικείμενο κουτσομπολιού. Ο θείος Σ. άλλαξε και τον τόπο διαμονής του για να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα και να παρατηρεί τα χταπόδια. Ήξερε τον τρόπο να τα πιάνει, και συχνά είχαν σειρά ολόκληρη από κρεμασμένα μαλάκια στο σύρμα του κήπου δίπλα στο μπάρμπεκιου, αλλά του άρεσε περισσότερο να τα παρατηρεί. Είχε διάφορες ιστορίες για το πώς έβγαλε απ’ το θαλάμι του το ένα, πώς χάϊδεψε το άλλο, πώς παρ’ ολίγο να τον τραβήξει κάτω το τρίτο, πώς ξεγέλασε κάποιο άλλο χταπόδι. Κάπνιζε φορώντας το μαγιό του και ακουμπώντας σε μια καρέκλα τους αγκώνες, ενώ τα γαλάζια μάτια του έριχναν σύντομες ματιές να δει αν οι συνομιλητές παρακολουθούσαν όσα έλεγε.

Μαζί του στο νέο σπίτι, εκτός από γαλαζόπετρα, ψαροντούφεκα, στολές δύτη, μπουκάλες, βατραχοπέδιλα και λοιπά σύνεργα, είχε φέρει και τα αγαπημένα του βιβλία. Τις 20000 λεύγες υπό την θάλασσα του Ιουλίου Βερν, με τσαλακωμένη τη σελίδα στην εικόνα του γιγάντιου χταποδιού, και την Διάπλασιν των Παίδων, μερικούς τόμους δηλαδή απ’ αυτήν. Η Ιόλη με τη φίλη της, όταν έλειπε ο Σ. έψαχναν τα βιβλία του  και τα ψαρικά του που είχαν μια περίεργη, βαριά μυρωδιά που τις αηδίαζε, και δνε έμοιαζε με του ψαριού. Κανονικά τα ψαρικά απαγορευόταν να τα πειράζουν, ήταν και η μυρωδιά, οπότε τα δυό κορίτσια έψαχναν το δωμάτιο με τα περιοδικά και τα βιβλία για να περνάει η ώρα τους όποτε πήγαιναν εκεί για να δουν τους παππούδες, όπως έλεγε η Μαρίνα τους γονείς του Σ. Η γιαγιά Λούλα, η μητέρα του Σ, ήθελε να ξεφορτωθεί τα βιβλία -ίσως να τα θεωρούσε κάπως υπεύθυνα όλα αυτά για την απομόνωση του γιού της και τη μανία του με τις καταδύσεις- κι έτσι ενθάρρυνε τα κορίτσια να δανείζονται ό,τι ήθελαν. Είχε περιοδικά για αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες, άλλα περιοδικά με εικόνες γυναικών με μαγιό και τη Διάπλαση, τον ένα τόμο της οποίας ζήτησε και δανείστηκε η Ιόλη. Είχε μέσα ιστορίες και κόμικς κι έγινε το αγαπημένο της βιβλίο το καλοκαίρι που το πήρε απ’ το θείο της φίλης της, με την υπόσχεση να το προσέχει και να το επιστρέψει το συντομότερο. Δεν το επέστρεψε ποτέ, αλλά το πρόσεξε πάρα πολύ και δεν το έβγαλε ποτέ από τη βιβλιοθήκη της. Λες και κάτι σ’ εκείνο το βιβλίο έκανε τον εκάστοτε ιδιοκτήτη να “κολλάει” μαζί του. Το είχε διαβάσει τόσες φορές που το ήξερε απ’ έξω και το θεωρούσε δικό της.

Τον είχε ξανασυναντήσει τον Σ καθώς μεγάλωνε, και πάντα είχε την αίσθηση ότι ο θείος της Μαρίνας σκεπτόταν το βιβλίο που του χρωστούσε. Δεν είπε όμως ποτέ τίποτα. Κι όταν πέθανε ο Σ δεν είχε πλέον νόημα να το σκέπτεται κάν. Κι αν κάτι τη στενοχωρούσε, ήταν πως αντίθετα με όσα πίστευε η μάνα του, τα βιβλία του, τα λίγα και διαλεγμένα, δεν ευθύνονταν για την απομόνωση του Σ, αλλά ήταν σύμβολο μιας θλίψης για όσα ο ίδιος πίστευε ότι αντιλαμβανόταν κι οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Ήταν η βάση της επανάστασής του που έγινε ήρεμα και δεν επηρέασε μακροπρόθεσμα τη συμβίωση με τους γονείς, εκτός από ένα διάστημα τριών χρόνων που εξαφανίστηκε κι όταν γύρισε ήταν αλλαγμένος κι άρχισε η μανία με το ψάρεμα και τα χταπόδια. Ακουγόταν πως είχε πάει με φίλους του που γνώρισε στη σχολή που φοιτούσε, σε κάποιο κοινόβιο. Αργότερα βρήκε δουλειά, παντρεύτηκε, αλλά η πετριά με τη θάλασσα δεν έφυγε ποτέ, ούτε και το μελαγχολικό, ευγενικό χαμόγελο και η σιωπή στις συναναστροφές. Ήταν το χαμόγελο ανθρώπου που δεν μπόρεσε να ζήσει ούτε με την επανάστασή του, ούτε να προσαρμοστεί καλά στην επιστροφή του. Ίσως αυτό να ήταν το βλέμμα του Οδυσσέα που έκανε την Καλυψώ να τον αφήσει να φύγει απ’ την Ωγυγία. Είχε ξανασυναντήσει αυτό το βλέμμα η Ιόλη, και πάντοτε το εξηγούσε με βάση εκείνη την πρώτη γνωριμία με τον θείο της κολλητής της, που η επανάστασή του τον οδήγησε στη μοναξιά της θάλασσας και τον κόσμο των χταποδιών. Ο Σ είχε σαλπάρει για μια περιπέτεια αλλιώτικη, κάπως σαν την θαλασσινή περιπέτεια του λιονταριού και της παρέας του στο κόμικ της Διάπλασης των Παίδων. Μόνο που το λιοντάρι-καπετάνιος του κόμικ είχε προετοιμαστεί καλά ενώ ο Σ-“Οδυσσέας” ζούσε μόνο στη φαντασία του μακρινά ταξίδια σαν τον Νέμο απ’ το βιβλίο του Βερν. Ίσως γι’ αυτό είχε κρατήσει τη Διάπλαση: ήταν πάντα το παιδί που θα τα κατάφερνε, το παιδί που πίστεψε στον δικό του ηρωισμό, ήταν το παιδί που γύρισε τσακισμένο απ’ την έξοδό του στον κόσμο.

Η Ιόλη με μια κίνηση διαπίστωσε ότι η κράμπα πέρασε, βγήκε απ’ τη θέση χαλάρωσης και κοίταξε γύρω. Ο κολυμβητής πλησίαζε στη σημαδούρα τώρα. Μετά από το ξεγέλασμα του αντιπάλου ότι θα έβγαινε έξω, έκανε στροφή και συγκεντρώθηκε στην τελική ευθεία. Μπορούσε να νικήσει τον κολυμβητή που την ανταγωνιζόταν. Κίνησε προς τη σημαδούρα. Ξαφνικά κοίταξε κάτω κι ο βυθός της φάνηκε μουντός, θολός, άσχημος, εχθρικός. Ελάχιστα μακριά από τη σημαδούρα σταμάτησε. Κοίταξε καλά το κίτρινο μπαλόνι και τον κολυμβητή που τώρα το άγγιζε, ζήλεψε λίγο που ενώ μπορούσε αποφάσισε να μην πάει ως εκεί, και χαμογέλασε. Γύρισε την πλάτη της και άρχισε να κολυμπάει προς τη στεριά. Ο βυθός της φάνηκε πως ήταν φοβιστικός όπως το αινιγματικό χαμόγελο του Σ, του ανθρώπου που λαχταρούσε να φύγει, που έφευγε διαρκώς, που νόμιζε ότι έφυγε πολύ μακριά και γνώρισε πολλά, ενώ στην ουσία τα βαρίδια της στολής του τον κατέβαζαν χρόνια ολόκληρα ίσαμε τα θαλάμια των χταποδιών της θάλασσας μπροστά στο σπίτι του.

 

Νατάσσα Χασιώτη