Όταν περιμένεις σε ουρές να εξυπηρετηθείς, από την εμφάνιση του νέου ιού και μετά, κοιτάς διακριτικά όσο και υποψιασμένα τους γύρω, να δεις ποιός ακούγεται να αναπνέει με προσπάθεια, ποιός δείχνει ταλαιπωρημένος, ποιός βήχει στα κρυφά -πνιχτά ή χωρίς μαντήλι. Το μυαλό κάπου εκεί ξεστρατίζει και πάει στο Brazil του Terry Gilliam, και φαντάζεσαι ότι έρχονται αόρατοι “άγγελοι” ενός δυστοπικού καθεστώτος και παίρνουν κατευθείαν αυτόν που έβηξε, χωρίς να ξέρει κανείς αν είναι κάν άρρωστος. Πάντα στην ουρά περιμένοντας, το μπουφάν του παππούλη μπροστά γράφει με μεγάλα γράμματα Quicksilver, και πάλι ξεφεύγεις και θες να πεις “παππού λείπει ο υπόλοιπος τίτλος του συγκροτήματος. Λείπει το Messenger Service, για να αρχίσει να αντηχεί στο μυαλό σου το Happy Trails, ο Cipollina κι ο Gravenites.

“Messenger Service”, και το 1969 που βγήκε το Ηappy Trails, δεν φανταζόταν κανείς τι θα σήμαινε για μάς 50 χρόνια αργότερα η λέξη “messenger”. Όμως ήδη η γενιά του ’60 είχε ρίξει την υποψία της ευρύτερης κοινότητας που έγινε “network” στα πλουμιστά και “managerial” χρόνια του ’90. Για να φτάσει την πρώτη δεκαετία του μιλλένιουμ να γίνει η αόρατη κοινότητα του ίντερνετ ένα τεράστιο δάσος καλωδιωμένων διακλαδώσεων, όπου κάθε “πουλάκι”, απ’ το δέντρο του είδους του στέλνει “τιτιβίσματα” στους υπόλοιπους, συνήθως επιθετικά, ζώντας τον ζωομορφισμό σε περιβάλλον προσομοίωσης των συμπεριφορών της Φύσης.

Αυτό όμως που έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι πώς η παράδοση γίνεται προϊόν μακριά από γραφικότητες που οδηγεί κιόλας τον μετατροπέα της στην Wall Street με πανάκριβο χαρτοφυλάκιο. Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, έφτιαξε μια άλλη διαδικτυακή κοινότητα, ένα τεράστιο “Τείχος των Δακρύων”, ανασυστήνοντας τον Ναό χωρίς να περιμένει το θαύμα. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο που δεν ονομάστηκε “σελίδα” ή κάτι άλλο αυτό στο οποίο γράφουμε, στο οποίο ελεεινολογούμε τη μοίρα των καιρών μας, ή κλαίμε και κλαιγόμαστε καθημερινά, αλλά ονομάστηκε “τοίχος”, στο FB. Πόσο πιο pop art απ’ την πράξη του Ζούκερμπεργκ με τη συνένωση της αρχαίας παράδοσης με την ιδέα και την πράξη της street art και των γκράφφιτι, της ανεικονικότητας με την απόλυτη έκθεση φωτογραφιών, στιγμών και προσωπικών δεδομένων;

Αναρωτιέμαι αν εμείς στη χώρα αυτή μπορούμε να φτιάξουμε -εντάξει τώρα πάλιωσε η ιδέα, αλλά γενικά μιλώντας- κάτι τόσο “αιρετικό” και ταυτόχρονα τόσο πιστό συστατικό μιας εθνικής ταυτότητας; Τι μπορείς να φτιάξεις με καστροπολιτείες, αρχαίους ναούς και Βυζαντινή τέχνη; (Εκτός απ’ το να τα δείχνεις ως ξεναγός). Μάλλον πρέπει να τα πιστεύεις πρώτα απ’ όλα, να είναι μέρος της ταυτότητάς σου, και μετά να τα αφήσεις να ταξιδέψουν στο χρόνο.

Σκόρπιες σκέψεις ενώ ο παππούς μπροστά τελείωσε όσα είχε να πει στον υπάλληλο κι ήρθε η σειρά μου. Ελπίζω σε “Happy trails” στην κοινότητα της Ελληνικής γραφειοκρατίας.

A bientot!

 

Νατάσσα Χασιώτη