Η θεατρική σκηνή από ομαδική εμπειρία θέασης έγινε στις μέρες της καραντίνας, ιδιωτική υπόθεση. Πολλά θέατρα έδωσαν παλαιότερες, και λίγες καινούργιες, παραγωγές, σε ειδικές ημέρες και ώρες προβολής. Παρηγορητικό για τους έγκλειστους του κορωνοϊού με την ανασφάλεια, το θυμό και το φόβο παρέα. Για τον ιστορικό και κριτικό των παραστατικών τεχνών, ήταν μια εκπληκτική εμπειρία, γιατί έτσι μπόρεσε να δει μαζεμένες παραγωγές που επιπλέον εξέφραζαν επιλογές έργων όσο και στυλιστικές, σε βάθος χρόνου και από διαφορετικά θεατρικά περιβάλλοντα, από mainstream μέχρι λίγο off Broadway -που λένε.

Είδα πολλές παραγωγές, με μεγάλη χαρά. Δεν είναι και λίγο, στην άνεση του σπιτιού σου, για να σκεφτούμε και λίγο θετικά, να πατάς ένα κουμπί (που θα ‘λεγαν οι παλιότεροι) και να εμφανίζεται στην οθόνη σου η παράσταση που ζήτησες, έστω κατόπιν πρώτης επιλογής των προσφερόντων το θέαμα. Λογικό, απ’ την τσέπη τους τα πρόσφεραν οι άνθρωποι. Είδα αρχαίο δράμα, αλλά και Τσέχωφ, Ίψεν, Σαίξπηρ, Καμύ και Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς, σε ποικίλες αποδόσεις.

Διαπίστωση κοινή για όλες τις παραστάσεις, η ομοιομορφία στο παίξιμο. Η εκφορά του λόγου προσομοιάζει σ’ αυτό που υποθέτω πως -ως σκηνοθετική γραμμή- αποδίδει μια υποτιθέμενη “δυσλειτουργικότητα” του εκάστοτε ήρωα. Φαίνεται ωσάν ο σκηνοθέτης να μην κοιτάζει πλέον το έργο και τι ήθελε ο συγγραφέας, αλλά να προσπαθεί να εφαρμόσει με Προκρούστειο τρόπο μια μέθοδο παιξίματος που κάνει όλους ανεξαιρέτως, από το θείο-Βάνια μέχρι την Κλυταιμνήστρα, να ομοιάζουν και να εμφανίζονται ωσάν να βγήκαν από Φωσκολικό εργαστήρι απόδοσης της τρέλλας. Η “εσωτερική φωνή” ομοιάζουσα με σατανικό παιδάκι από θρίλλερ ή από τρελλή Λανθιμική οικογένεια, κατατρώει τα ερωτήματα και τη δομή του έργου, τις σχέσεις των ηρώων και τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αφορμή να γραφτεί το έργο που μπήκε στον κόπο να ανεβάσει ο/η σκηνοθέτης.

Περιφέρονται πάνω στη σκηνή, σε παραστάσεις που έχουν υποστεί επιμήκυνση και άλλες που έχουν υποστεί πετσόκομμα, χαρακτήρες-ηθοποιοί που μιλούν με τον ίδιο, πανομοιότυπο, άκαμπτο τρόπο, και όλοι μαζί σαν το μανάβη μας μετά την επιμόρφωσή του από μια πλειάδα σπουδαίων καθηγητάδων. Δηλαδή, να το πω αλλιώς, το θέατρό μας, μοιάζει με τον Αρχοντοχωριάτη του μεγάλου Μολιέρου, που τον παρέλαβαν άνετο οι διάφοροι και τον κατάντησαν σούργελο. Κάθε μεγάλο κίνημα από το εξωτερικό, αναταράσσει και αναδιαμορφώνει την -περιφερειακή- σκηνή της χώρας μας, όπως και άλλες περιφερειακές σκηνές. Η αναδιαμόρφωση παίρνει χρόνο, γιατί σπάνια γίνεται με ταπεινότητα, εργατικότητα και έμπνευση, οπότε το αποτέλεσμα φαίνεται σαν ένα πείραμα που τελείωσε, σαν too little too late. Και βλέπεις το Βάνια να μιλάει όπως ο Καλιγούλας, τον Καλιγούλα όπως  τον Μακμπέθ, τον Αγαμέμνονα όπως ο Δημήτρης στο “Τρίτο Στεφάνι” του Ταχτσή (μη σας πω σαν την Εκάβη στο ίδιο μυθιστόρημα) και πάει λέγοντας.

Υπάρχουν όμως, προς τιμήν τους, και ηθοποιοί, όχι οι πρωταγωνιστές, που τους ψαρεύει ο θεατής σε δεύτερους ρόλους να κρατάνε τα μπόσικα του “μεγάλου”, του προβεβλημένου ονόματος, που δεν ασχολήθηκε -ευτυχώς- ο μαιτρ τόσο πολύ μαζί τους, και “τα λένε” σαν κανονικοί ηθοποιοί κι όχι σαν δήθεν “νευρόσπαστα”, και λες θα κάτσω να δω το έργο γι’ αυτούς, για τους δεύτερους, τρίτους ρόλους, που τη γλύτωσαν απ’ το σκηνοθέτη που παράχωσε τους χαρακτήρες (επειδή δεν τους κατάλαβε, τους σνόμπαρε, τους “δελαπατρίδωσε”, συγχωρείστε μου τον νεολογισμό, πρόκειται για πράξη μεγαλομανίας, κενή και αφ’ υψηλού, άνευ νοήματος) σε μοτέλ του ’70 στην Αριζόνα, γιατί έτσι προστάζει η αισθητική του Netflix. Σας το λέω και να το θυμάστε, όταν τα ’80s γίνουν μόδα στα αστυνομικά τα Σκανδιναβικά, περιμένετε να δείτε την Μπλανς Ντυμπουά να ψωνίζει αγοράκια σε ντίσκο δυτικών προαστίων σε τάχα μου ειρωνική παρουσίαση της βιντεοκασέτας, με δικτυωτό φανελάκι και να χορεύει στο ρυθμό του “eye of the tiger”.

Υ.Γ. Από σήμερα προτείνω και μουσική συνοδεία στο κείμενο. Διαβάστε το παρόν με συνοδεία το Le Bourgeois Gentilhomme LWV43 του Jean-Baptiste Lully.

 

Νατάσσα Χασιώτη