Αγγελος Σικελιανός

Πνεύμα του πόνου, που οι θλιμμένοι αγώνες,

Σε υψώσανε στων αιώνων τους αιώνες,

κι ευδόκησες ν’ αστράψουνε οι κορώνες

των αδυνάτων άστρα.

 

Πνεύμα πανάγαθο, από της αβύσσου

του δίκαιου που χαρίζει η δύναμή σου.

Κι ως τρικυμία ανοιξιάτικη η ορμή σου

βροντάει στα κάστρα.

 

Κύριε, που εφύσηξες στου οχτρού τα μάτια

αφιόνι, να χαθεί στα μονοπάτια

της δικαιοσύνης σου και τα παλάτια

τούριξες κάτου.

 

Κι είδες η γη τη δόξα ν’ αναδίνει

του αγώνα σου ιερή, και τη γαλήνη

μας χάρισες, η αγνή θωριά που χύνει

του άγιου θανάτου.

 

Ακου τους λαούς, που βοάν σαν τα μελίσσια

και πνίγουνε στον Υμνο σου τη λύσσα

του οχτρού, κι είν’ η δέησή τους κυπαρίσσια

στη θεία τους θλίψη.

 

Ακου πώς βόγγουν γιορτερά οι καμπάνες,

Ακου, πώς χύνονται βαθιοί οι παιάνες.

Ακου, πώς κλαιν και σ’ ευλογάν οι μάνες.

Ακου απ’ τα ύψη.

 

Ακου από τη Σαμοθράκη σου, που η Νίκη

ρίχνει κραυγή και ηχώ στη Σαλονίκη

κι έχει η βοή της την ιερή σου φρίκη,

του Δίκαιου μάνα.

 

Ακου κι ευλόγα. Ως στάχυα γύραμε όλοι

στο μεγάλο, άξαφνό σου δροσοβόλι.

Κατέβα, Δίκαιε, σάλεψε στην Πόλη.

Κάμε ν’ ακούσουμε, ν’ ακούσουμε όλοι,

και της Αγια – Σοφιάς Σου την καμπάνα!