Ο Ασίλ – Κλοντ Ντεμπισί γεννήθηκε σε ένα φτωχό προάστιο του Παρισιού στις 22 Αυγούστου του 1862 και ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του. Ο πατέρας του και η μητέρα του ήταν ανίκανοι να φροντίσουν την οικογένειά τους. Εστελναν συχνά τα παιδιά τους στις Κάννες, στη θεία τους Κλημεντίνη, η οποία ουσιαστικά τα ανέθρεψε. Εκείνη ήταν που φρόντισε να αρχίσει μαθήματα πιάνου ο 9χρονος Κλοντ. Εκτός από τη μουσική, ο τελευταίος είχε παρακολουθήσει ελάχιστα μέχρι τότε κάποιο κανονικό σχολείο.

Μια αλυσίδα συμπτώσεων έστρεψε την προσοχή της πλούσιας προστάτιδας Μαντάμ Μοτέ στο πρόδηλο ταλέντο του Ντεμπισί. Επεισε τον πατέρα του ότι ο γιος του έπρεπε να σπουδάσει μουσική συστηματικά. Ετσι, συμφώνησε να γραφτεί ο 10χρονος Κλοντ στο Ωδείο του Παρισιού το 1872.

Ο Ντεμπισί παρέμεινε εκεί δώδεκα χρόνια. Αρχικά, το ταλέντο του στο πιάνο τού απέφερε πολλά βραβεία αλλά άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του για την ερμηνεία για χάρη της σύνθεσης. Στα 18 του ήταν έτοιμος να περάσει από τη σπουδή του πιάνου στη σύνθεση. Εν τω μεταξύ ο φτωχός Ντεμπισί εκτέθηκε στη ζωή της υψηλής κοινωνίας μέσω μιας καλοκαιρινής δουλειάς το 1879, ως ιδιωτικός μουσικός της γαλλίδας εκατομμυριούχου Μαντάμ Ουίλσον-Πελούζ. Ο μεγαλειώδης πύργος της σάστισε τον ευεπηρέαστο Ντεμπισί. Το επόμενο καλοκαίρι του έμελλε να απολαύσει ακόμη περισσότερη πολυτέλεια. Εγινε δάσκαλος πιάνου των παιδιών της βαθύπλουτης κληρονόμου Μαντάμ φον Μεκ , η οποία ήταν επίσης προστάτιδα του Τσαϊκόφσκι. Πήρε τον Κλοντ μαζί της στα μεγαλύτερα παλάτια της Ευρώπης. Με την επιστροφή του στο Παρίσι η μουσική ιδιοφυία του γοήτευσε τη γαλλίδα τραγουδίστρια Μπλανς-Αντελέντ Βασνιέ, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν αρχιτέκτονα. Οι ψίθυροι για τη σχέση τους ήταν ανυπόστατοι, αλλά ο Ντεμπισί που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία ζούσε σχεδόν αποκλειστικά στο σπίτι των Βασνιέ.

Το 1882 ο Ντεμπισί συμμετείχε στον διαγωνισμό για το Μεγάλο Βραβείο τής Ρώμης. Το βραβείο προσέφερε τετράχρονες μουσικές σπουδές στην περίφημη Βίλα Μέντιτσι στη Ρώμη. Ο Ντεμπισί δεν κέρδισε το βραβείο αλλά προσπάθησε ξανά για να πραγματοποιήσει τελικά το μεγάλο του όνειρο εν έτει 1884. Σύντομα όμως η Ρώμη τον απογοήτευσε. Ηταν μια πόλη, σύμφωνα με την περιγραφή του, «μαρμάρων, ψύλλων και πλήξης». Δυο χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι, στο διαμέρισμα της κυρίας Βασνέ.

Λίγο μετά τη συμπλήρωση των 20 του χρόνων ο Ντεμπισί εγκατέλειψε την οικία Βασνέ για μια φτωχική ζωή σε μια σοφίτα στην πολύχρωμη, καλλιτεχνική συνοικία της Μονμάρτρης. Ο Ντεμπισί δεν ήταν εντυπωσιακά όμορφος, όντας κοντός και παχουλός και μάλλον μελαψός. Ηταν όμως γεμάτος ζωή και ευχάριστος στη συντροφιά. Σύντομα έγινε το κέντρο του ενδιαφέροντος ενός κύκλου νέων γάλλων καλλιτεχνών, ποιητών και συγγραφέων. Οι νέοι αυτοί ήταν οι ηγέτες του Συμβολισμού και του Ιμπρεσιονισμού, ενός λογοτεχνικού κι ενός ζωγραφικού κινήματος αντιστοίχως, της δεκαετίας του 1880 και το ύφος τους είχε βαθιά επίδραση στη μουσική τού Ντεμπισί.

Στη διάρκεια της μποέμικης ζωής του ο Ντεμπισί είχε διάφορες ερωμένες. Μια απ’ αυτές, η Γκαμπριέλ Ντιπόν, επιχείρησε να αυτοκτονήσει το 1897. Το 1899 ο Ντεμπισί την εγκατέλειψε για μια απλοϊκή μοδίστρα, τη Ροζαλίν (Λιλί) Τεξιέ. Ο γάμος τους τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου φάνηκε να δρα κατευναστικά στην πυρετώδη ζωή του συνθέτη και ήταν σε αυτή την περίοδο που τελικά καθιερώθηκε ως εξέχουσα προσωπικότητα της γαλλικής μουσικής.

Η μοναδική του όπερα Πελλέας και Μελισσάνθη, που χρειάστηκε δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί, παρουσιάστηκε τελικά το 1902 και χαιρετίστηκε με συγκρατημένο ενθουσιασμό. Η προσωπική του υπόληψη ωστόσο έμελλε να κλονιστεί από τα γεγονότα των αμέσως επόμενων χρόνων. Το 1903 ο Ντεμπισί γνώρισε την όμορφη εβραία κληρονόμο Εμα Μπαρντάκ. Τρελά ερωτευμένος φεύγει μαζί της τον επόμενο χρόνο, αφήνοντας πίσω του την απογοητευμένη Λιλί να αυτοπυροβολείται σε μια απόπειρα αυτοκτονίας. Οι φίλοι του τον αποδοκίμασαν, κατηγορώντας τον ότι επιβουλεύεται τη σημαντική της περιουσία. Κατέφυγε στο Ιστμπουρν για λίγο, μέχρι να κοπάσει η θύελλα, αλλά η προ του γάμου γέννηση της κόρης του επιδείνωσε τις σχέσεις του με τους φίλους του.

Ο γάμος του με την Εμα το 1908 ακολούθησε μια ψυχοφθόρο, πικρή μάχη διαζυγίου με τη Λιλί, την οποία διαδέχθηκε η αποκλήρωση της Εμα από τον πλούσιο θείο της το 1909. Το γεγονός αυτό έπληξε σοβαρά τον τρόπο ζωής του Ντεμπισί, ο οποίος παρ’ όλα αυτά είχε ήδη πλουτίσει από τη μουσική. Ο παλιός τρόπος ζωής εγκαταλείφθηκε για πάντα. Ο Ντεμπισί συγκεντρώθηκε στο να προσφέρει οικογενειακή σιγουριά στην Εμα και στην κόρη του Κλοντ-Εμα. Αυτή τον ενέπνευσε να γράψει αρκετά σημαντικά έργα με θέμα την παιδική ηλικία, όπως η Σουίτα της Παιδικής Γωνιάς το 1908.

Οι προσοδοφόρες περιοδείες του σταμάτησαν απότομα με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου το 1914. Εμεινε στο Παρίσι στη διάρκεια των πυκνών γερμανικών βομβαρδισμών, συνθέτοντας τη θαυμάσια σειρά των Σπουδών του το 1915. Την ακάθεκτη παραγωγικότητα του Ντεμπισί σηματοδότησε η ανακάλυψη ότι πάσχει από καρκίνο του εντέρου το 1910, όταν ήταν 47 χρονών. Με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής έζησε για άλλα οκτώ χρόνια. Πέθανε στο Παρίσι στις 25 Μαρτίου του 1918.  Η ερωτοτροπία του Ντεμπισί με τις νέες μουσικές ιδέες ήταν μια πρόκληση για το καθιερωμένο μουσικό ύφος του 19ου αιώνα. Η έμφασή του στο χρώμα και στην ποίηση απέδωσαν αισθησιακές, εμπνευσμένες μελωδίες που είχαν σοβαρή επίδραση σε πολλούς συνθέτες του 20ού αιώνα και εξακολουθούν να γοητεύουν τους φιλόμουσους μέχρι σήμερα.

 

Άρης Νόμπελης