Ι.

Η Stormey Blue άνοιξε το ραδιόφωνο. Οδηγούσε ένα μπλε αυτοκίνητο μέσα στην έρημο κι ένιωθε λιγάκι παραξενεμένη με την επιλογή της περιοχής, αλλά ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, κι είχε δει πολλά περίεργα στη ζωή της, οπότε “ποιός νοιάζεται;” σκέφτηκε σηκώνοντας τους ώμους της και κοίταξε με άνετο ύφος έξω απ’ το πλαϊνό παράθυρο καθώς περνούσε μπροστά από ένα σχεδόν ερειπωμένο βενζινάδικο. Αναστέναξε και πάτησε γκάζι. Η τσιχλόφουσκά της έφτανε στο σημείο που της άρεσε πάντα: σκληρή και άγευστη. Ακριβώς όπως το πέος του παρτεναίρ της στις ταινίες πορνό που την έκαναν να αποκτήσει φήμη. Δεν ήταν ακριβώς καλή φήμη αυτή που είχε κερδίσει, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν φήμη. Ποιός να φανταζόταν την καριέρα της στο χωριό που μεγάλωσε…”Σκατά, ποιός νοιάζεται;” μουρμούρισε η Stormey καθώς το “Pump It” ακουγόταν απ’ το ράδιο. Ανέβασε την ένταση και πάτησε το γκάζι με την ψηλοτάκουνη μπότα της. Άνοιξε τα παράθυρα και άρχισε να φωνάζει τα λόγια στο ρυθμό της μουσικής σαν να ήταν σε πάρτυ καραόκε.

Ηταν σκονισμένα και ξερά όλα γύρω της και θυμήθηκε ότι νωρίτερα της είχε δοθεί μια εντολή “να μην προκαλέσει άγχος ή οποιαδήποτε μη αναγκαία αναταραχή.” Αλλά τι διάολο παρατηρούσε τώρα, το τοπίο ήταν ξερή γη, λουσμένη στο κιτρινο-πορτοκαλί χρώμα που έριχνε γενναιόδωρα ο ήλιος στο τοπίο. “Ποιός νοιάζεται; Αλλά…Δεν υπάρχει ψυχή ζώσα εδώ γύρω,” μονολόγησε η Stormey, καθώς το “Superstition” ακουγόταν τώρα απ’ το ραδιόφωνο.

Ήταν καλεσμένη σε ένα πάρτυ, θα συνόδευε έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο εκεινο το βράδυ. Αυτό έκανε κυρίως τώρα πια. Από τότε που έπεσε άδοξα η προηγούμενη Κυβέρνηση και ανέλαβε την εξουσία η Νέα Τάξη, τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ απ’ όλες τις απόψεις, από τις δουλειές μέχρι τα μήντια. Υπήρχαν θεωρίες συνωμοσίας αλλά η Ms Jenny Durrnell (αυτό ήταν το αληθινό της, άσημο όνομα), αρνιόταν να ακούσει όλα αυτά τα κουτσομπολιά. Είχε κυριολεκτικά ξεκωλωθεί στη δουλειά και δεν την ένοιαζε ποιά ήταν τα σχέδια του κάθε διεφθαρμένου πολιτικού. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βγάλει όσα περισσότερα φράγκα μπορούσε και να αφήσει το επάγγελμα, ίσως και να έφευγε εντελώς, να άλλαζε ήπειρο να πήγαινε σ’ άλλη γη όπου θα μπορούσε ίσως να αγοράσει μια φάρμα, ζώα και δυό άλογα -αγαπούσε τα άλογα και ήξερε καλή ιππασία- και να έμενε εκεί να γεράσει αξιοπρεπώς. “Απάνω του κορίτσι μου!” μονολόγησε μισοκλείνοντας τα μάτια όπως έκανε πάντα ασυνείδητα κάθε φορά που είχε μια δύσκολη αποστολή να φέρει εις πέρας.

Συνέχισε να οδηγεί θαυμάζοντας το τοπίο που είχε αρχίσει να αλλάζει σε μορφή και χρώμα. “Τι διάολο”, σκέφτηκε, “κλείνει πίσω από μένα, τι στο διάολο…”, και προσπάθησε να οδηγήσει γρηγορότερα, αλλά ξαφνικά ήταν λες και οι ώρες της μέρας δεν κρατούσαν τον φυσιολογικό τους βηματισμό αλλά μάλλον επιτάχυναν και οι σκιές και τα χρώματα άλλαζαν γρήγορα. Θα μπορούσες να σκεφτείς ότι οι μέρες διαρκούσαν μόνο μερικές ώρες και περνούσαν γρήγορα. Πολύ γρήγορα έπεσε σκοτάδι. “Θα χάσω το ραντεβού μου,” σκέφτηκε η Stormey. “Έχω τίποτα γαμημένες παραισθήσεις; Δεν έχω πάρει γαμοκόκα, και το τελευταίο τριπάκι ήταν πριν δυό βδομάδες.”

Ήταν λες και το τοπίο ετοιμαζόταν να την τυλίξει μέσα του, να κλείσει γύρω της, κι ένα σύριγμα ακούστηκε που την έκανε να ανατριχιάσει από φόβο. Ύστερα όλα έγιναν πάλι κανονικά, η άμμος, η σκόνη, η ώρα της ημέρας, ο δρόμος μπροστά της, ήταν όλα σαν τίποτα να μην είχε αλλάξει. Μόνο που έκανε περισσότερη ζέστη τώρα και το αεράκι που σηκώθηκε της έφερε μια άσχημη μυρωδιά στη μύτη, αλλά κι αυτό σύντομα άλλαξε προς την σκονισμένη απελπισία της ερήμου. Η νέα γυναίκα συνέχισε να οδηγεί νιώθοντας παραξενεμένη αν όλα αυτά είχαν συμβεί στ’ αλήθεια ή αν τα είχε ονειρευτεί: ίσως για κλάσματα δευτερολέπτου να είχε αποκοιμηθεί στο τιμόνι. “Αν όλα επιτάχυναν τότε θα πρέπει να πήγα στο μέλλον, να πέρασα το όριο της πολιτείας και να ξαναγύρισα,” προσπάθησε να σκεφτεί λογικά για να ξεπεράσει την ανησυχία που δεν της είχε περάσει εντελώς.

Είχε διαβάσει, σε μια από τις φυλλάδες που της είχε δώσει ένας πελάτης της, μια από εκείνες τις φυλλάδες που κυκλοφορούσαν διαρκώς στην Underground Movement, μια Κίνηση που υποστηριζόταν από τα μέλη της παλιάς ελίτ, που τώρα ήταν εξορία. Ήταν γραμμενο σε μια σελίδα: “10 σημάδια που θα σας πείσουν ότι δεν πρόκειται για θεωρία συνωμοσίας-Όσα σας λέμε είναι αλήθεια για τη Νέα Τάξη! 1. Απώλεια της αίσθησης του χρόνου 2. Ιδρώτας 3. Αλλαγή της αίσθησης του χώρου…” Είχε γελάσει και αρνηθεί να διαβάσει και τα δέκα σημεία, τις “δέκα εντολές” όπως βιαστικά είχε ονομάσει τα δέκα σημεία προφύλαξης. Ο άνδρας, ο πελάτης της, έτρεμε, αλλά τότε είχε πιστέψει ότι μάλλον ένιωθε νευρικότητα στην προοπτική της σεξουαλικής επαφής. Είχε λείψει για πολύ καιρό σε κάποια στρατιωτική αποστολή και απ’ όταν επέστρεψε έδειχνε σημάδια ψυχολογικού τραύματος.

“Γιατί θες να με προστατέψεις; Τα ‘χω δει όλα σ’ αυτό το επαγγελμα. Έχω κάποιον που θέλει να με ντύνει Κοκκινοσκουφίτσα, και ΟΚ, εσύ θες να είμαι η μικρή τρομαγμένη επαναστάτισσα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, αλλά θα σου κοστίσει κάτι έξτρα Κύριε Η. Άντε δώσε μου τώρα τις ψευτοχειροβομβίδες και τα όπλα-παιχνιδάκια για να μπω στο πετσί του ρόλου. Μήπως θες να κάνουμε τον Μπατίστα και τον Κάστρο; Σε πιάνω αιχμάλωτο; Σε σκοτώνω; Πηδιόμαστε πρώτα; Είμαι με τους Ζαπατίστας; Άντε λέγε…Να μείνω με ζαρτιέρες, ή τύπου Patti Hirst δεκαετία ’70 με αυτόματο, άπλυτη και τριχωτή; Αυτό το τελευταίο, δύσκολο”, είπε γελώντας, απευθύνοντας τις ερωτήσεις ειρωνικά αλλά και με επαγγελματικό ύφος στον Κύριο Η. που έτρεμε.

Ο άντρας την κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε το παραμικρό από αυτά που του έλεγε. “Προσπαθώ να σώσω όποιον μπορέσω,” είπε καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, με κυρτούς τους ώμους και το κεφάλι σκυφτό. Άρχισε να κλαίει. Η Stormey Blue άρχισε να χάνει την υπομονή της. “Κοστίζει Κύριε Η. Μη χάνεις την ώρα σου με τέτοιες σαχλαμάρες. Εισαι πειστικός, δε χρειάζεται να κλαις κιόλας”. Ο άνδρας είπε, “κανένας δεν μας πιστεύει, η προπαγάνδα της Φυλής είναι παντοδύναμη. Δεν είναι κάν άνθρωποι, δεν καταλαβαίνεις!” είπε με δυνατή φωνή. “Μας θέλουν νεκρούς τώρα που η ράτσα τους αναπαράχθηκε μετά από πάρα πάρα πολύ καιρό αναμονής. Δεν το πιάνεις,” της είπε κοιτάζοντάς την με βλέμμα ταραγμένο και μάτια που είχαν ειλικρίνεια κι ένα βαθύ αίσθημα πόνου. “Δεν το πιάνεις…”, ξανάπε και η λέξη ακούστηκε παράταιρη στο στόμα του. “Είναι λίγοι και αναπαράγονται θάβοντας μέρη του σώματός τους, που σαπίζουν στη διάρκεια ενός χρόνου, ανθρώπινου χρόνου, μέσα” και τόνισε τη λέξη, “στη γη.” Βρίσκονται εδώ από την αρχή του Χρόνου. Είναι οι αληθινοί αρχηγοί του Κόσμου. Είναι ανηλεείς και τους αρέσει η σκληρότητα. Θάβουν μέλη παντού. Μια φορά το χρόνο συγκεντρώνονται…Οι καινούργιοι βγαίνουν απ’ τη γη σαν στρατός από πηλό και παίρνουν ανθρώπινη μορφή. Κάποια αρρώστεια, κάποιος είχε ζευγαρώσει με ανθρώπους και αυτό τους εξασθένησε, αλλά το ξεπέρασαν μετά από αιώνες ολόκληρους.” Σταμάτησε λες και του είχε τελειώσει η αναπνοή, το κουράγιο, η θέληση για ζωή.

Η Stormey είχε σκυλοβαρεθεί. Κοίταξε το ρολόι της. Την κοίταξε, κατάλαβε ότι η κοπέλα βαριόταν και η ώρα του τελείωνε. Την αγνόησε και συνέχισε: “Υπάρχει μια φρικτή μυρωδιά τη μέρα που η εκκόλαψη τελειώνει και αρχίζει η γέννα. Θα το δεις, είναι παντού.” Χαμογέλασε με πικρία. “Γιατί εμένα; Τι σου είμαι εγώ και σ’ έπιασε να με ειδοποιήσεις;” τον ρώτησε η Stormey ανάβοντας ένα τσιγάρο για να καλύψει τη βαρεμάρα και την ανυπομονησία της που μεγάλωναν. “Δεν σε είχα δει για πολύ καιρό τώρα, εμφανίζεσαι ξαφνικά και λες όλες αυτές τις τρελλές ιστορίες σαν να σου λασκάρισε βίδα. Τι σου συνέβη;” τον ρώτησε ακουμπώντας το πόδι της στο κρεβάτι και δένοντας το κορδόνι της μπότας που είχε λυθεί. Διαπίστωνε ότι κάπου τη γοήτευε τώρα η ιστορία του.

Ο άνδρας την αγνόησε ξανά και συνέχισε: “Βλέπεις κηδείες, αλλά δεν είναι οι συνηθισμένες που ξέρουμε. Το κάνουν στα ψέμματα, για πλάκα. Μπορούν να χάσουν πόδια, χέρια, αυτιά, οποιοδήποτε μέρος του σώματος, στη θέση του θα βγει άλλο, και το μέλος που αποκόπηκε αν θαφτεί σε ένα χρόνο θα δημιουργήσει άλλο όν, που θα εκκολαφθεί και θα ανήκει σ’ αυτή την Μυστική Τάξη. Στο μεταξύ θα πάρει ανθρώπινη μορφή και θα δρα ανάλογα με τις οδηγίες του. Μόνο οι άλλοι όμοιοί του θα ξέρουν και θα αναγνωρίζουν τα σημάδια. Έχουν μια μυστική μορφή επικοινωνίας. Το μόνο τους αδύνατο σημείο, το μόνο αδύνατο σημείο αυτής της κυρίαρχης τάξης είναι η μέρα που το μέλος αποκολλάται. Εκείνη την ημέρα είναι αδύναμοι, ευάλωτοι και πρέπει να μείνουν στο σκοτάδι. Μπορείς τότε να τους σκοτώσεις με σφαίρα, αλλά προστατεύονται από τα άλλα μέλη της κάστας κι αν συμβεί κάτι κακό, ο στρατός τους θα σκοτώσει την ανθρωπότητα. Έχουν ήδη αρχίσει να αντικαθιστούν τον πληθυσμό, τον γήινο εννοώ…Εκτός βέβαια αν σκοτωθεί ο Αρχηγός.”

Η Stormey είχε καθίσει στην πολυθρόνα με πλάτη στο παράθυρο, είχε ακουμπήσει τα πόδια της στο κρεβάτι, κάπνιζε και τον άκουγε, λιγάκι σαν να άκουγε ένα κάπως τρομακτικό, αλλά όχι κι άσχημο παραμύθι. “Αν σκοτωθεί ο Αρχηγός,” επανέλαβε ο άνδρας, “τότε όλοι θα εξαφανιστούν.” “ΟΚ, κι εγώ είμαι ο Πάπας,” είπε απότομα η Stormey βγαίνοντας από τη σύντομη γοητεία της ιστορίας του. “ΟΚ, η ώρα σου τελείωσε. Σε άκουσα, άντε στο καλό και απ’ το πεζοδρόμιο. 200 δολλάρια σε παρακαλώ.” Την κοίταξε με μάτια γεμάτα φόβο, της έδωσε τα χρήματα και δεν είπε το παραμικρό καθώς τον έσπρωχνε έξω απ’ την πόρτα. “Τι παλαβός! Να τι συμβαίνει παρακαλώ όταν οι άνθρωποι δεν κάνουν σεξ για πολύ καιρό,” σκέφτηκε. Είχε πάει στο παράθυρο και προσπάθησε να δει τον άνδρα, να δει πού πήγαινε, αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί. “Γιατί σ’ εμένα;” είπε περισσότερο ως διαμαρτυρία στο σύμπαν παρά ως ερώτηση που περίμενε να απαντηθεί.

ΙΙ.

Τώρα, ευχόταν να είχε κοιτάξει πιό προσεκτικά το χαρτί εκείνο. Ένιωσε ένα μικρό ρίγος στη ράχη της και η μέρα άρχισε να ξαναγίνεται χαοτική. “Αν αυτό συμβαίνει στ’ αλήθεια, τότε θα πρέπει να έχω ταξιδέψει δυό μέρες μπροστά,” σκέφτηκε όταν ο ήλιος ξαναφάνηκε στον ουρανό. “Είναι καλό που τελείωσα το κολλέγιο πριν το γυρίσω στο πορνό,” χαμογέλασε. “Είναι καλό να αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα σωστά.”

Ξαφνικά της ήρθε εμετός. Το στομάχι της γυρνούσε κι ένιωθε την καρδιά της έτοιμη να εκραγεί. Λιποθύμησε χωρίς να ξέρει για πόση ώρα έμεινε αναίσθητη. Όταν συνήλθε βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο, στο αμάξι της, μόνο που ένιωθε τα χέρια και τα πόδια της βαριά σαν κάποιος να της είχε βάλει σιδερένια δεσμά στους καρπούς και τους αστραγάλους.

Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Το τοπίο δεν είχε αλλάξει καθόλου, λες και η μέρα έμενε ακίνητη. Άκουσε το ίδιο τραγούδι να παίζει στο ραδιόφωνο. “Pump it.” Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, το μούδιασμα έφυγε και τα χέρια και τα πόδια της ξανάγιναν φυσιολογικά, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν να λιποθυμήσει χωρίς να βγει απ’ το δρόμο, πώς στο καλό μπορούσε το αυτοκίνητό της να έμεινε στο ίδιο σημείο ενώ εκείνη ήταν αναίσθητη.

Δεν θυμόταν τίποτα κι αν κάποιος τη ρωτούσε τι είχε συμβεί μερκά λεπτά πριν, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορούσε να δώσει την παραμικρή εξήγηση. Άρχισε να ιδρώνει κι ένα ελαφρύ αεράκι που έμπαινε απ’ τα ανοιχτά παράθυρα την έκανε να τρέμει. Έκλεισε τα παράθυρα και κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα πρέπει να ήταν σωστή, αλλά η ημερομηνία δεν ήταν αυτής της μέρας αλλά της μεθεπόμενης. Ξαφνικά ένιωσε φόβο και κλείδωσε τις πόρτες λες κι αυτό θα μπορούσε να την κρατήσει ασφαλής σε περίπτωση που αυτό που της είχε πει ο κ. Η. ήταν αλήθεια. Καθώς οδηγούσε έσκυβε μπροστά και τσέκαρε τον ουρανό μέσα από το παρμπρίζ. Τα ακριβά γυαλιά της με τους κίτρινους φακούς που κρατούσαν το επικίνδυνο ηλιακό φως μακριά από τα μάτια της, νόμιζε τώρα ότι μπλόκαραν τη δυνατότητά της να δει και να καταλάβει και την παραμικρή αλλαγή στο φως και την παλέτα των χρωμάτων του τοπίου, που μαρτυρούσαν τις αλλαγές της ώρας στη διάρκεια της ημέρας.

Είχε πάρει αμφεταμίνες πριν φύγει, ίσως κάτι να της είχε συμβεί λόγω των χαπιών ή μπορεί απλά να ήταν διαφορετικά στην έρημο, κι έτσι αποφάσισε να τα αφήσει όλα στην άκρη για την ώρα και να συγκεντρωθεί στη δουλειά της. Σύντομα θα περνούσε το σύνορο της πολιτείας κι εκεί ήταν το πάρτυ που την είχαν προσκαλέσει να παραβρεθεί. Της είχαν δώσει και σχετικές οδηγίες: να κάνει τσεκ-ίν στο μοναδικό ξενοδοχείο της πόλης και να πάει κατευθείαν στο δωμάτιο 4. Εκεί θα έβρισκε ό,τι χρειαζόταν να φορέσει. Ήταν πάρτυ που οργανωνόταν για πολύ πλούσιους ανθρώπους, πολιτικούς, ηθοποιούς, επιχειρηματίες, ένα πάρτυ exclusive που μάλλον θα κατέληγε για κάποιους σε κοκαϊνη και σεξ. “Πόσες ώρες είμαι στο δρόμο;” αναρωτήθηκε ξαφνικά, καθώς άρχιζε να νιώθει κουρασμένη. Είδε ένα βενζινάδικο στα αριστερά της, οι αντλίες της βενζίνης τρεμούλιαζαν κάτω από τον καυτό ήλιο που έκανε το περίγραμμά τους να μοιάζει ακαθόριστο και τρεμουλιαστό. Σκέφτηκε να σταματήσει εκεί να αγοράσει ένα αναψυκτικό αλλά άλλαξε γνώμη μόλις είδε τα ύποπτα, σαρακοφαγωμένα, ανατριχιαστικά πρόσωπα των ανθώπων εκεί έξω. Αδύνατα πρόσωπα, γερασμένα, ρυτιδιασμένα, αξύριστα, με κουρελιασμένα ρούχα που την κοιτούσαν με απελπισία στο βλέμμα. Ένας απ’ αυτούς πέταξε μια πέτρα στο αυτοκίνητό της και φώναξε κάτι που η Stormey δεν άκουσε, και μετά οι υπόλοιποι -πρέπει να ‘ταν έξι-εφτά όλοι κι όλοι- έσπευσαν να τον βοηθήσουν καθώς εκείνος έπεσε καταγής από την προσπάθεια και μόνο να πετάξει την πέτρα. “Γίνεται όλο και χειρότερο. Ό,τι κι αν είναι, γίνεται χειρότερο,” σκέφτηκε. Συνέχισε να οδηγεί και καθώς ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα βουνά στο τέλος του δρόμου, έφτασε στην μικρή πόλη που ήταν σημειωμένη στο χάρτη που της είχε δώσει ο ατζέντης της.

“Sandman Oaks”, διάβασε και αμέσως σκέφτηκε ότι αυτό ήταν ένα απαράδεκτο όνομα.

Ήταν μια ερειπωμένη πόλη, ήταν λες και οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει βιαστικά. Υπήρχε σκόνη και δεν έβλεπες άνθρωπο πουθενά.

Έκανε τσεκ-ίν στο ξενοδοχείο, ένα ένδοξο απομεινάρι των παλιών ημερών, σίγουρα. Ο γηραλέος γκρουμ της έδωσε το κλειδί και της έδειξε το δωμάτιο, στην άλλη άκρη του ισογείου. Μπήκε μέσα. Ήταν υπέροχο, παρά την εξωτερική ασχήμια. Το κρεβάτι ήταν υπέροχο με στύλους απ’ όπου κρεμόταν ένα σκούρο βυσσινί ύφασμα, και πάνω στο ελαφρύ πάπλωμα βρισκόταν ένα κουτί με ένα φόρεμα, παπούτσια και απλά αλλά πανάκριβα και κομψά κοσμήματα. Έκανε ένα μπάνιο και άρχισε να ετοιμάζεται, σκεπτόμενη ότι βρισκόταν υπό την επήρρεια κάποιου πράγματος στο δρόμο προς την πόλη και προς αυτό το πολυτελές, πανέμορφο δωμάτιο ξενοδοχείου. Ίσως διαρροή αερίου ή κάποιο πείραμα που πήγε στραβά σε κάποια στρατιωτική βάση ή εργοστάσιοε κεί κοντά.

Καθώς έκλεινε το κούμπωμα του βραχιολιού της, μια κατσαρίδα, μια μεγάλη, καφέ, άσχημη κατσαρίδα διέσχισε το δωμάτιο, κι ύστερα ακολούθησαν κι άλλες, κάνοντας το στομάχι της άνω-κάτω. Η ματιά της θόλωσε και κατάλαβε ότι ο καθρέφτης που είχε βγάλει από την τσάντα της για να βάλει make-up -παρά τις εντολές που έλεγαν “μην φέρετε μαζί σας καθρέπτη” (αλλά διάολε, και πότε υπάκουσε εντολές)- έδειχνε το δωμάτιο διαφορετικό. Ήταν ξεπεσμένο και βρώμικο, το κρεβάτι ελεεινό με σκισμένα σεντόνια, και καθώς γύρισε τον καθρέφτη ένα γύρο για να δει και το υπόλοιπο δωμάτιο, είδε ότι το μπάνιο είχε έναν στρογγυλό γλόμπο για φως, που έριχνε ένα κιτρινωπό, αρρωστημένο φως που της έφερε πάλι ναυτία. Το φόρεμα στο κρεβάτι ήταν στην πραγματικότητα ένας κορσές από μέταλλο ή κάποιο σχετικό υλικό και τα κοσμήματα ήταν αλυσίδες και χειροπέδες. Ξανάβαλε τα ρούχα της, πέταξε όλα τα άλλα μακριά της και προσπάθησε να σκεφτεί τι να κάνει.

Ήταν τρομοκρατημενη και βάλθηκε να σκέπτεται τι ακριβώς της είχε πει ο κ. Η. τη μέρα της επίσκεψής του. Είχε προσπαθήσει να την προειδοποιήσει, αλλά το μεγαλύτερο μυστήριο για εκείνη ήταν σε σχέση με τη Φυλή με τα περίεργα τελετουργικά τους και ο,τιδήποτε τελοσπάντων ήταν αυτό που έκαναν. “Ήταν αλήθεια; Μπορούσε ποτέ να είναι αλήθεια; Κι από πού έχουν έρθει;” Κλείδωσε την πόρτα χρησιμοποιώντας συνέχεια τον καθρέφτη της για να βλέπει τα πράγματα γύρω της. Ήταν ιδρωμένη και κουρασμένη και δνε είχε φάει ούτε είχε πιεί κάτι όλη τη μέρα. Έβαλε ένα παλιό έπιπλο πίσω απ’ την πόρτα κι άχισε να κλαίει. Ήταν μόνη της κι ένιωθε εγκαταλειμένη για πρώτη φορά στη ζωή της. Δεν είχε κανέναν να την προστατεύσει, κανέναν να καλέσει -αν τα τηλέφωνα λειτουργούσαν εκεί πέρα. Αλλά η Stormey ήταν σκληρός τύπος. Σκούπισε τα μάτια της και χρησιμοποίησε τον καθρέφτη της για να δει πώς ακριβώς ήταν το δωμάτιο, πού ήταν το παράθυρο και τι βρισκόταν έξω απ’ το ξενοδοχείο. Είδε μια λιμουζίνα και ανθρώπους που έβγαιναν. Κι άλλα πολυτελή αυτοκίνητα ακολούθησαν. Άνθρωποι έβγαιναν από τα τεράστια αμάξια, όλοι καλοντυμένοι, όμορφοι άνθρωποι, μοντέλα, ηθοποιοί, επιχειρηματίες, όλοι πλούσιοι και διάσημοι, γελώντας, μερικοί χαχανίζοντας, καπνίζοντας, πίνοντας, μιλώντας. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να πάει σ’ αυτούς. Γύρισε αυτόματα τον καθρέφτη ώστε να δει αν ήταν αληθινά τα πρόσωπά τους, έτσι από έμπνευση της στιγμής. Κι έμεινε άναυδη απ’ αυτό που είδε: αυγοκέφαλα όντα με μπλε και κόκκινες φλέβες παντού, που μορφοποιούνταν ξανά και ξανά καθώς κινούνταν στο χώρο, συστρεφόμενα και αγγίζοντας το ένα το άλλο, με μια κρεμ γλοιώδη ουσία από πάνω μέχρι κάτω να τους προστατεύει.

Ο αρχηγός ήταν μεγαλύτερος και πιό λευκός με φλέβες σε πιό λαμπερό μπλε χρώμα. “Σπάσε τον κθρέπτη!” άκουσε μια φωνή που δεν ήξερε από πού ερχόταν. “Σπάσε τον τώρα!” Ήταν η φωνή του κ. Η. κι αυτό που της είχε πει, κι η Stormey πάσχιζε να θυμηθεί, όταν είχε πάει να την επισκεφθεί.

Τότε η γυναίκα νόμιζε ότι είχε τα ηνία, αλλά συνειδητοποιούσε τώρα ότι εκείνος την έκανε τότε να αποστηθίσει όσα έπρεπε να κάνει στην προσεχή της συνάντηση με τη Φυλή. Έσπασε τον καθρέφτη της αλλά δεν έγινε το παραμικρό. Ο θόρυβος που έκανε ακούστηκε έξω κι άρχισαν όλοι να μπαίνουν σε μια γραμμή για να βαδίσουν εναντίον της κρυψώνας της. Δεν μπορούσε πια να τους δει όπως ήταν στ’ αλήθεια χωρίς τον καθρέφτη της, το μόνο που έβλεπε ήταν ανδρες και γυναίκες με σμόκιν και υπέροχα μακριά φορέματα σε μια γραμμή να βαδίζουν εναντίον της.

ΙΙΙ.

Σαν να είχε ξαναβρεθεί εκεί κι άλλη φορά, πήγε στο κρεβάτι με θαυμαστή ψυχραιμία και κοίταξε τη βαλίτσα της που δεν την είχε ακόμη ανοίξει. “Αλήθεια, γιατί είχε βαλίτσα μαζί της για ένα βράδυ, όταν όσα χρειαζόταν θα της τα προμήθευαν οι εργοδότες της;” Στη βαλίτσα βρήκε ένα πυροβόλο όπλο και πήγε στο παράθυρο κρατώντας το στα χέρια της σαν να ήξερε πώς ακριβώς λειτουργεί. Το μυαλό της ήταν παγερό, σκεφτόταν ψύχραιμα.

Άρχισε να πυροβολεί τους επιτιθέμενους, αλλά εκείνοι συνέχισαν να κινούνται σαν να μην τους άγγιζαν οι σφαίρες. Έκαναν όλοι μαζί έναν απαίσιο ήχο, κάτι που ακουγόταν σαν “shshshshshs’tha tha shhh that’t’th”, ένας συριγμός ενός γιγάντιου ερπετού που ετοιμάζεται να επιτεθεί. “Σπάσε τον καθρέφτη!” ακούστηκε πάλι η φωνή στο κεφάλι της τόσο δυνατά που νόμισε ότι θα λιποθυμήσει. Ίδρωνε τώρα κι ένιωθε αγωνία και φόβο και μεά άρχισε να κοιτάζει γύρω της μέσα από ένα μικρό κομμάτι του σπασμένου καθρέφτη της που πήρε απ’ το πάτωμα. Είδε ένα ντουλάπι κι έτρεξε προς τα εκεί. Το άνοιξε αλλά ήταν άδειο. Απ’ έξω η ομάδα συνέχιζε να κινείται αργά, ρυθμικά με ύφος και κομψότητα. Βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμους κι αυτό της έκανε να αισθάνεται ναυτία. Πήρε μια παλιά καρέκλα κι άρχισε να χτυπάει τον αέρα μ’ αυτήν σκεπτόμενη ότι κάποια στιγμή θα άκουγε τον ήχο γυαλιού που σπάει αν υπήρχε καθρέφτης στο δωμάτιο. Χωρίς αποτέλεσμα. Ο συριγμός ήταν δυνατός και καθαρός και σχεδόν ακουγόταν μέσα στο δωμάτιο.

Άρχισε να πισωγυρίζει χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Γύρναγε γύρω στο δωμάτιο με αγωνία προσπαθώντας να σκεφτεί πού θα ήταν αυτός ο καθρέφτης. Αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι του. Σκέφτηκε ότι αν επρόκειτο να πεθάνει καθώς οι σφαίρες της τελείωναν, θα πέθαινε καταστρέφοντας ό,τι μπορούσε. Με το όπλο της άδειο, το μόνο που της έμενε ήταν τα τσιγάρα της και τα σπίρτα. Άναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε μια ρουφηξιά, χαμογέλασε και πήδηξε στο αέρα στοχεύοντας την πόρτα. Σκέφτηκε να τη σπάσει αιφνιδιάζοντας όποιον ήταν από πίσω, και να προσπαθήσει να τρέξει στο αυτοκίνητό της -τουλάχιστον θα το προσπαθούσε. Της φαινόταν έτσι όπως δούλευε το μυαλό της επικεντρώνοντας τη σκέψη στην επικείμενη αντιδρασή της, ότι το ήξερε, το είχε ξανακάνει. Καθώς χτύπησε την πόρτα με τις μπότες της, ένας θόρυβος από σπασμένο γυαλί ακούστηκε, και η ομάδα της Φυλής, που ήταν τώρα στο δωμάτιο σαν να είχε περάσει μέσα από τοίχους σταμάτησε να κινείται. Η ανθρώπινη μορφή τους χάθηκε εντελώς, ήταν ακόμη μέρα, και το φως του ήλιου τρύπωνε απ’ το παράθυρο, κι ο καθρέφτης βρισκόταν κακερματισμένος στο βρώμικο πάτωμα. Ολόκληρο το κτίριο ήταν ερείπια, δεν υπήρχε στέγη, ταβάνι, σκάλες, τίποτα.

“Σπάσε τον καθρέπτη, μετά σκότωσε τον Σπουδαίο Μεγάλο με το μαχαίρι σου,” άκουσε τη φωνή στο κεφάλι της. “Εύκολο να το λες,” φωναξε κι έβγαλε το μαχαίρι κάτω απ’ το στρώμα. Σκόπευσε και χτύπησε τον Σπουδαίο Μεγάλο στο κέντρο ακριβώς της οβάλ κοιλιάς του. Εκείνος παραπάτησε για λίγο και μετά σωριάστηκε χωρίς καμμιά άλλη αντίδραση. Μέσα σε δευτερόλεπτα εξαφανίστηκε, όπως κι οι υπόλοιποι της ομάδας. Όλα έγιναν στάχτη μπλε-γκρι που σκορπίστηκε στον αέρα που άρχισε να φυσάει απλά. Η Stormey Blue έπεσε αναίσθητη κι ένας σεισμός ακολούθησε την ξαφνική εξαφάνιση της Φυλής.

Όταν συνήλθε, βρισκόταν στο Αρχηγείο της Εξόριστης Κυβέρνησης, στην έρημο. “Θα παρασημοφορηθείς, σου είμαστε όλοι ευγνώμονες για τις υπηρεσίες σου στη χώρα,” είπε ο Ναύαρχος που καθόταν στα αριστερά της αίθουσας. Εκείνη φορούσε στρατιωτικά ρούχα, καθόταν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων με καμμιά 25αριά άτομα γύρω.

“Δεν θυμάσαι τίποτα;” ρώτησε ένας γιατρός παίρνοντας τον σφυγμό της και της έδωσε ένα χάπι μαζί με ένα ποτήρι νερό. Κατάπιε το χάπι, κι ύστερα είπε, “Αμυδρά. Αυτό που δεν καταλαβαίνω, είναι γιατί εγώ;” ρώτησε.

“Λοχαγέ May Bluestorm, εθελοντικά ζήτησες να βοηθήσεις και πέρασες όλης την απαραίτητη εκπαίδευση για να ολοκληρώσεις την αποστολή σου. Που δεν έπρεπε να καθυστερήσει καθόλου καθώς η Φυλή βρισκόταν στο ακριβές σημείο εναλλαγής δυνάμεων. Επίσης, αποδέχτηκες τους κινδύνους. Ένας απ’ αυτούς είναι η μερική απώλεια μνήμης και η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων που σε βοήθησαν να λάβεις μια άλλη ταυτότητα με επιτυχία. Συγγνώμη για το πορνό. Η φήμη σου δεν αμαυρώθηκε ποτέ, μόνο πίστεψες ότι ήσουν μέρος αυτής της βιομηχανίας, και ο άνθρωπός μας, ο κ. Η., βρισκόταν εκεί να σε φροντίζει, και να σε πληροφορεί για τις τακτικές και τις αλλαγές στο πλάνο της επίθεσης. Και πάλι ευχαριστώ. Η τελετή θα λάβει χώρα αύριο στις 9:00 πμ. Και τώρα είσαι ελεύθερη να ξεκουραστείς.”

Η Ltnt Bluestorm στο δωμάτιο που της υπέδειξαν βυθίστηκε μετα από λίγο σε ύπνο με εφιάλτες να την στοιχειώνουν. Από το εργαστήριο την παρακολουθούσαν και τα όνειρά της καταγράφονταν και αποκωδικοποιούνταν στο “Απόρρητο Εργαστήριο σημαντικών υποθέσεων.”

“Στρατηγέ, θα πρέπει να προχωρήσεις στην περαίωση του Υποκειμένου μας αν αποτύχει τη δοκιμασία του καθρέπτη. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Σπουδαίος Μεγάλος μπορούσε να σκοτωθεί από μια γυναίκα της δικής του γραμμής απογόνων”, είπε ο Ναύαρχος. “Όσο δεν γνωρίζει, είναι ασφαλής, όπως κι εμείς. Όμως ήδη μέσα της βρίσκεται η ερώτηση “γιατί εμένα;”, κι αυτό δεν είναι καλό. Μην τη χάσετε απ’ τα μάτια σας, υπολογίζω ότι αργά ή γρήγορα το αίμα της θα την καλέσει. Και τότε, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δράσουμε,” απάντησε ο Στρατηγός Cyrus Stockburn. Κι έπειτα γύρισε προς έναν άνδρα που ερχόταν από ένα γραφείο στον διάδρομο δίπλα στο Εργαστήριο, και του οποίου το πρόσωπο παρέμενε κρυμμένο στο σκοτάδι: “Κύριε Η., εναπόκειται σ’ εσάς να κρατήσετε τη Γη ασφαλή.”

“Η Επιχείρηση Desert Rain συνεχίζεται,” είπε ο κ. Η. με επιβλητική φωνή σκύβοντας λίγο μπροστά. Στεκόταν στο σκοτάδι, ο γιακάς της καμπαρντίνας του ήταν σηκωμένος και το καπέλο έκρυβε το πρόσωπό του ιδανικά.

Η Ltnt Bluestorm μπήκε στο σπίτι της με το βραβείο της στα χέρια και το παράσημο καρφιτσωμένο στο στήθος. Το ξεκαρφίτσωσε, το έβαλε στη θήκη που την άφησε μαζί με την τιμητική πλακέτα πάνω στο τζάκι. Στο αρχηγείο, δόθηκε αναφορά: “έχουμε εικόνα, όλα φαίνονται εντάξει, η Bluestorm πάει στο μπάνιο. Συνεχίζουμε.”