Με δύο γονείς χημικούς μπορείς να το πεις και αναμενόμενο: Το χόμπι που θα με απασχολούσε στην προεφηβική και εφηβική ηλικία θα είχε οπωσδήποτε σχέση με τη χημεία. Και αυτό ήταν τα πυροτεχνήματα-βεγγαλικά. Με έπιανε δέος παρατηρώντας μετά το «Χριστός Ανέστη» τις πολύχρωμες φωτοβολίδες που έσκιζαν τον ουρανό αλλά και τα πιο απλά πυροτεχνήματα όπως οι φόλες και οι πυρσοί. Επιθυμούσα όσο τίποτα κι εγώ να κρατάω ένα από αυτά την ώρα της Ανάστασης. Στο ψιλικατζίδικο του κυρ-Γιάννη υπήρχε πληθώρα βεγγαλικών-τότε ήταν λίγα αυτά που απαγορεύονταν. Και αν μου έχει εντυπωθεί ανεξίτηλα μια μυρωδιά από εκείνα τα χρόνια είναι αυτή των πυροτεχνημάτων έπειτα από τη χρήση τους.

Κάποια στιγμή, λόγω των γονιών μου, πέρασα σε άλλη κατάσταση: Αφού μπορούσαν να μου φέρουν τα κατάλληλα υλικά, θα κατασκεύαζα πλέον τα δικά μου βεγγαλικά. Ασφαλώς και δεν με προμήθευαν με… εκρηκτικές ύλες. Αθώες ουσίες που η χημική τους αντίδραση, αναλόγως τι χρησιμοποιούσα, προκαλούσε ένα ιδιαίτερο σφύριγμα που συνοδευόταν από ένα ουράνιο τόξο χρωμάτων. Εμαθα να φτιάχνω πυροτεχνήματα κόκκινα, πράσινα, γαλάζια, κίτρινα και πορτοκαλί. Η βασική συνταγή ήταν χλωρικό κάλλιο, θειάφι, άνθρακας και στρόντιο για το κόκκινο, βάριο για το πράσινο, νάτριο για το κίτρινο-θυμηθείτε με ρίχνοντας αλάτι στη φωτιά- και διάφορα άλλα στοιχεία σε μίξη για να πετύχω κι άλλους όμορφους χρωματισμούς. Φυσικά όλα αυτά είχαν και… παρενέργειες: το πλυντήριο κάηκε στην πάνω του πλευρά, η γειτονιά νόμιζε από το πολύ θειάφι πως βρισκόταν στην Κόλαση του Δάντη (!) κι εγώ πήγα να τραυματιστώ αρκετές φορές αλλά τη γλίτωσα. Ο φύλακας-άγγελός μου έκανε αναγκαστικά υπερωρίες, όμως ήταν τόσο ζωηρό το ενδιαφέρον μου για τα πυροτεχνήματα που τουλάχιστον έναν μήνα πριν από το εκάστοτε Πάσχα άρχιζα τις πυρετώδεις ετοιμασίες.

Τα πυροτεχνήματα το Μεγάλο Σάββατο ήταν έτοιμα αλλά δεν τα προόριζα για την εκκλησία. Σκεφτόμουν πως μόλις ξέμεναν οι άλλοι από… πυρομαχικά θα ξεκινούσε η δική μου παράσταση που είχε μάλιστα βαφτιστεί από μένα «Πυροτεχνιάδα». Στην αυλή του σπιτιού μου, λίγο πριν ή λίγο μετά το τραπέζι της Παραμονής, γινόταν ο κακός χαμός. Δικά μου και αγορασμένα βεγγαλικά έκαναν τη νύχτα μέρα. Μερικές φορές κατασκεύαζα τόσα πολλά που το σόου συνεχιζόταν και την εβδομάδα της Διακαινισίμου. Επειδή πάντοτε η φαντασία μου οργίαζε, σκεφτόμουν ένα τολμηρό και φιλόδοξο σχέδιο: όλα τα πυροτεχνήματα θα αραδιάζονταν στον κήπο της μονοκατοικίας και θα συνδέονταν μεταξύ τους με έναν κερωμένο σπάγκο, ώστε να ανάβει το ένα μετά το άλλο, ενώ για το τέλος θα κρατούσα το καλύτερο, κάτι που θα προσιδίαζε σε πύραυλο της ΝΑΣΑ και θα εκτοξευόταν με πάταγο στον ουρανό, παράγοντας ταυτόχρονα μια εκτυφλωτική λάμψη. Μάλλον το σκηνικό θα έμοιαζε με τελετή λήξης Ολυμπιακών Αγώνων αλλά εμένα η «Πυροτεχνιάδα» μου δεν θα δεχόμουν να έχει κάτι λιγότερο από ένα εντυπωσιακό και εκρηκτικό τέλος.

Το έχω γράψει και θα το ξαναγράψω: μπορεί για έναν ολόκληρο μήνα να ζούσα το τρελό μου όνειρο, αλλά παραμελούσα συστηματικά πιο γήινα πράγματα όπως οι κοπέλες, η εξωτερική μου εμφάνιση, οι έξοδοι σε μπαράκια και κλαμπ. Θα τη χαρακτήριζα και λίγο… αυτιστική αυτή την ενασχόληση, καθώς στο «σενάριο» δεν προβλέπονταν άλλοι ρόλοι για φίλους και γνωστούς. Δεν ήθελα συνεργάτες στα πειράματά μου-ούτε καν θεατές. Και σε μια περίοδο που με κάθε τρόπο επιδίωκα την έξοδο από την κοινωνική απομόνωση, ήταν βέβαιο πως οι φανταστικές μου δημιουργίες δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτα πάνω σε αυτό…

Ρένος Μπαλής