ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΟΥΦΛΙΟΥ 1929 – 1959

  • Μια παγερή νύχτα του χειμώνα του 1929, στις 17 Ιανουαρίου, παραμονή του Αγίου Αθανασίου, εορτή του φερώνυμου ναού, άναψαν για πρώτη φορά τα φώτα στο Σουφλί. Οι Σουφλιώτες ξενύχτησαν πανηγυρίζοντας από τη χαρά τους.
  • Την Ηλεκτρική Εταιρεία Σουφλίου δημιούργησε ο μηχανικός από τη Θεσσαλονίκη Βασίλειος Δρούγας.
    Προσέλαβε ως αρχιμηχανικό τον Σουφλιώτη θείο μου Απόστολο Γλύστρα και ως τεχνικό δικτύων τον Κωνσταντινουπολίτη Ιωσήφ Ανδρεάδη.
    Την τοποθέτηση και τη λειτουργία των δύο πετρελαιοκινητήρων (50ΗΡ) ανέλαβε ο Ιωάννης Γεωργιάδης, που καταγόταν από την Αίνο.
  • Το 1930 η εταιρεία διευρύνθηκε. Νέοι μέτοχοι έγιναν οι Δημήτριος Τερζούδης, Πασχάλης Οικονομίδης, Πέτρος Πετρίδης και Αντώνιος Πάστρας.
  • Το 1932 ο Βασίλειος Δρούγας ήρθε σε ρήξη με τα υπόλοιπα μέλη της εταιρείας και αποχώρησε.
  • Το 1940 προσλήφθηκαν άλλοι τρεις υπάλληλοι. Ο Οδυσσέας Μπούρας ως γραφέας, ο Μιχάλης Παγανιάρης ως λιπαντής και ο Αλέξανδρος Πάντας ως μηχανικός, ο οποίος μεταπήδησε στην Ηλεκτρική Εταιρεία από την μεταξουργία «ΕΥΤΕΡΠΗ» των αδελφών Τζίβρε.
  • Η Ηλεκτρική Εταιρεία, εκτός του εξωτερικού φωτισμού του Σουφλίου, τροφοδοτούσε με ρεύμα και τον μύλο του Γκαργκάνα και αρκετές βιοτεχνίες καροποιΐας.
    Τροφοδοτούσε επίσης με ρεύμα – από τις 7 το πρωί ως τις 12 το βράδυ – 1.150 με 1.200 οικίες.
  • Η Ηλεκτρική Εταιρεία Σουφλίου έπαψε να λειτουργεί το 1959, επειδή εξαγοράστηκε από την τότε νεαρή Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, τη γνωστή μας ΔΕΗ, που εσχάτως μας τα ξαφρίζει άγρια, λόγω της κακής διεθνούς συγκυρίας.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (πριν και μετά από το 1950), αναφορικά με τον αρχιμηχανικό της Ηλεκτρικής Εταιρείας Σουφλίου θείο μου Απόστολο Γλύστρα.

Για μερικές δεκαετίες εκείνης της εποχής ζήτημα να κοιμήθηκε 5-6 φορές στο σπίτι του ο θείος μου. Έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια στο εργοστάσιο, σ’ ένα μικρό καμαράκι. Οι μηχανές ήταν δύο, οπότε συχνά δούλευε μόνο η μία και η άλλη συντηρούνταν. Τα βαρούλκα ήταν υποτυπώδη και χρειάζονταν υπεράνθρωπες δυνάμεις για να κατέβει ο σφόνδυλος, ο στρόφαλος και ν’ αποσυναρμολογηθούν τα πάντα.
Τον θείο μου τον θυμάμαι μονίμως μι του ζνάρ’ (ζωνάρι), στριφογυρισμένο γύρω από τη σακατεμένη από τα γιγάντια φορτία μέση του.

Επειδή το σπίτι του θείου μου ήταν στο Σαρμπνάρ, λίγο πιο κάτω από τον Άγιο Αθανάσιο, στα… Γλυστραίικα του παππού μου Κουστντό, και το χειμώνα πάγωναν οι δρόμοι (μι μπούζια – παχύ γυαλουπάϊ) λόγω παγετού, κι ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσεις, επάνω από τα παπούτσια του φορούσε γαλότσες τυλιγμένες με πολλές στρώσεις από τσ’φάλια (τσουβάλια), για να μη γλιστράει, τις λίγες φορές που πήγαινε σπίτι του.

Έτσι πήγαινα συχνά για νυχτέργιου στο σπίτι της θείας μου Βασιλικής (συζύγου του θείου μου) και κοιμόμουν εκεί ακούγοντας παραμύθια με την συνομήλικη αείμνηστη εξαδελφούλα μου Ελενίτσα.
Δυο φορές την ημέρα (χειμώνα καλοκαίρι), παρέα με την Ελενίτσα, κόρη του θείου μου, του κατεβάζαμε στο εργοστάσιο (στον κάμπο, δίπλα από το γυμνάσιο, απέναντι από τ’ Κούτκα του μπαχτσιά μι του μαγκανουπήγαδου, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές) το φαγητό της ημέρας «μι του μπακρτσούδ’», ένα εμαγιέ πυργοειδές πολυδοχείο που έφερε τέσσερα φαγητοδοχεία, που ανεβοκατέβαιναν σε δυο παράλληλους μεταλλικούς οδηγούς. Στο ένα δοχείο ήταν το κυρίως πιάτο, στο άλλο η σαλάτα, στο τρίτο το επιδόρπιο κλπ., με τη δυνατότητα να αποσπάς αυτό που ήθελες. Το ζεστό ψωμί από τον Ι.Χ. ξυλόφουρνο το τυλίγαμε με πετσέτα, ενώ το νερό και το καρπούζι (το καλοκαίρι) τα κρυώναμε με σχοινί στο πηγάδι…
Να αναφέρω ότι η ποιότητα του ρεύματος ήταν κακή, με τις λάμπες να τρεμοσβήνουν και με ημερησίας διατάξεως διακοπές, προγραμματισμένες ή ανεξέλεγκτες. Εγώ πάντως συνήθως με τη γκαζόλαμπα έκανα το καθημερινό μου διάβασμα, μέχρι το 1957 που εγκατέλειψα το Σουφλί για σπουδές στο Πολυτεχνείο της Βιέννης. Και δεν είχα ούτε… Face book, για να ξεδίνω!!!

Δύσκολες, αλλά νοσταλγικές κι ανθρώπινες εποχές…

Φωτό:
Ο εναερίτης Ιωσήφ Ανδρεάδης (και ποιος δεν τον ήξερε!), επί το έργον, ανεβασμένος σε ξύλινη κολώνα με τα ειδικά μεταλλικά πέδιλα, κατά τη δεκαετία του 1930.

Ευχαριστίες:
Ευχαριστώ θερμά τον (γηραιότερον εμού) συν-Σουφλιώτη παιδικό φίλο, αειθαλή «ισόβιο Προέδρο του Συλλόγου Σουφλιωτών Θεσσαλονίκης» και δάσκαλο Στρατή Φούσκα («το γνωστό παιδί με το διηνεκές χαμόγελο, τη γκινίσ’κ΄ καρδιά και… το χρυσό δόντι»), για το ότι με βοήθησε με μερικά ιστορικά στοιχεία σχετικά με την Ηλεκτρική Εταιρεία Σουφλίου, καθώς και με την συνημμένη (άκρως ταλαιπωρημένη, αλλά ιστορική) φωτογραφία.

Κωνσταντίνος Γλύστρας
(Απόστρατος μηχανικός, καθηγητής και αέναος ταξιδευτής του πλανήτη, της ζωής και του ονείρου).
Χαλάνδρι, 10 Οκτωβρίου 2021