Διάφοροι αρχαίοι πολιτισμοί, μεταξύ των οποίων οι Αιγύπτιοι, οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι, φαντάζονταν τη φωτεινή σφαίρα του ήλιου σαν έναν καλό θεό που χάριζε ζωή και φως. Στα δάση της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλατίας, οι Κέλτες ιερείς πρόσφεραν θυσίες για να ξαναζωντανέψουν τον ήλιο του φθινοπώρου, ανάβοντας φωτιές για να αναζωογονήσουν τη δύναμή του.

Τον 6ο αιώνα π.Χ., οι μαθητές του μαθηματικού Πυθαγόρα, συμπέραναν ότι η Γη γύριζε γύρω από ένα «κεντρικό πυρ», σε 24 ώρες. Σύμφωνα με τους Πυθαγόρειους, ένας κοντινός προς τη Γη τροχιακός σύντροφος, η Αντι-Γη, την προστάτευε περιοδικά από το κεντρικό πυρ, μπαίνοντας ανάμεσά τους. Αλλά δύο αιώνες αργότερα, ο Αριστοτέλης έπεισε την πλειονότητα των αστρονόμων της Αρχαιότητας, ότι η Γη ήταν το ακίνητο κέντρο του Σύμπαντος και όλα τα άλλα ουράνια σώματα, μαζί με τον Ηλιο, περιφέρονταν γύρω απ’ αυτή. Αυτή η γεωκεντρική άποψη ίσχυσε έως την Αναγέννηση, οπότε ο Πολωνός κληρικός Νικόλαος Κοπέρνικος απέδειξε ότι η Γη γυρίζει γύρω από τον Ηλιο.

Τον 5ο π.Χ. αιώνα ο Αναξαγόρας – Ελληνας φιλόσοφος και αστρονόμος, που είχε εξηγήσει με επιτυχία τις ηλιακές εκλείψεις – είχε την άποψη ότι ο Ηλιος ήταν «μια μάζα ζεστού, κόκκινου μετάλλου». Μόνο τις παραμονές του 19ου αιώνα, ο Βρετανός αστρονόμος Γουίλιαμ Χέρσελ, εξέφρασε τη γνώμη πως ο Ηλιος ήταν ένα σώμα στερεό και σκοτεινό, τυλιγμένο από φωτεινά σύννεφα και κατοικημένο από όντα, «προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες της τεράστιας αυτής σφαίρας».

Σήμερα, οι ηλιακοί φυσικοί ξέρουν, ότι ο Ηλιος είναι ένα ουράνιο αντικείμενο μάλλον κοινό. Αν όλα τα άστρα ήταν τοποθετημένα σ’ ένα πεδίο κατά σειρά μεγέθους, ώστε το πιο μικρό να είχε μέγεθος ενός κόκκου άμμου, το πιο μεγάλο θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ ένα θόλο ύψους 90 μ. Οσον αφορά τον ήλιο, καθώς και περισσότερα από τα άλλα άστρα, θα είχαν το μέγεθος μιας μπάλας του μπάσκετ.

Η φωτεινότητα του ήλιου είναι επίσης μεσαίας τάξης, όπως και το μέγεθός του. Αν δεν ήταν τόσο κοντά μας, η φωτεινότητα των άλλων άστρων θα τον επισκίαζε. Ο Πολικός Αστέρας είναι 6.000 φορές πιο λαμπερός απ’ αυτόν και το άστρο Ρίγκελ στον αστερισμό του Ωρίωνα εκπέμπει 15.000 φορές περισσότερη ενέργεια. Από άποψη μάζας, ο Ηλιος είναι επίσης μεσαίου μεγέθους. Τα περισσότερα άστρα έχουν μάζα που είναι μεταξύ 0,1 και 10 φορές περισσότερη από τη μάζα του άστρου της ημέρας.

Πάντως, για τους γήινους παρατηρητές, ο Ηλιος παραμένει ένα άστρο με καταπληκτικές ιδιότητες. Αυτή η φλεγόμενη σφαίρα από υπέρθερμο υδρογόνο και ήλιο που έχει διάμετρο 1.392.000 χιλιόμετρα, συγκεντρώνει το 99,9 % της ύλης του ηλιακού συστήματος και θα μπορούσε να χωρέσει ένα εκατομμύριο γήινες σφαίρες.

Οι επιστήμονες μόλις αρχίζουν να εκτιμούν την πολυπλοκότητα της συμπεριφοράς του. Ανακάλυψαν, παραδείγματος χάρη, ότι ο πυρήνας του Ηλιου δεν περιστρέφεται με την ίδια ταχύτητα που περιστρέφεται η επιφάνειά του και ότι το άστρο ολόκληρο μπορεί να δονείται σαν μια πελώρια, θερμή καμπάνα. Αυτές οι ταλαντώσεις δημιουργούνται σε διάφορα επίπεδα της πολύπλοκης ηλιακής αρχιτεκτονικής, από τη ζώνη μεταφοράς, ακριβώς κάτω από την επιφάνεια, μέχρι τη ζώνη ακτινοβολίας, που καταλαμβάνει τα μεσαία στρώματα, ως τον αφάνταστα θερμό πυρήνα που μπορεί να προσεγγίζει τη θερμοκρασία των 15,5 εκατομμυρίων βαθμών Κέλβιν.

Σύμφωνα με τους φυσικούς, το άστρο μας άρχισε να σχηματίζεται πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια, όταν κρουστικά κύματα από μια έκρηξη σουπερνόβα, προκάλεσαν την κατάρρευση του κέντρου ενός κοντινού νέφους κοσμικής σκόνης και τη μετατροπή του σε πυκνό πυρήνα. Καθώς αποτίθετο και άλλο αέριο και σκόνη στον πυρήνα, η βαρύτητα ανέβαζε την εσωτερική θερμοκρασία και πίεση, έως ότου, στα 11 εκατομμύρια βαθμούς περίπου, άρχισε θερμοπυρηνική σύντηξη. Εκτοτε, οι αντιδράσεις σύντηξης τροφοδοτούν τον Ηλιο και θα συνεχίσουν να το κάνουν και για άλλα 5 δισεκατομμύρια χρόνια τουλάχιστον.

Η μόνη περιοχή αυτού του άστρου που είναι ορατή από τη Γη είναι η ατμόσφαιρά του, ένα ηλιακό κέλυφος με τρία στρώματα με διαφορετικές θερμοκρασίες και συμπεριφορά. Το πιο βαθύ είναι και το πιο εύκολο να παρατηρηθεί. Αναφέρεται ως επιφάνεια του Ηλιου και είναι μια πολύ φωτεινή περιοχή βάθους 300 χιλιομέτρων, που λέγεται φωτόσφαιρα και αποτελείται από υδρογόνο και ήλιο, που λάμπουν σε θερμοκρασίες μεταξύ 6.000 και 10.000 βαθμών Κέλβιν. Η φωτόσφαιρα είναι τόσο φωτεινή που καλύπτει γενικά τα δύο ανώτερα στρώματα, τη χρωμόσφαιρα και το στέμμα.

Μονάχα όταν επινοήθηκε το φασματοσκόπιο, όργανο που διαχωρίζει τα μήκη κύματος του ηλιακού φωτός, κατάφεραν οι αστρονόμοι να παρατηρήσουν τα ανώτερα στρώματα της ηλιακής ατμόσφαιρας, χωρίς ολική έκλειψη. Αυτά τα όργανα επέτρεψαν την παρατήρηση της παράξενης και βίαιης φύσης της εξωτερικής ηλιακής ατμόσφαιρας. Η χρωμόσφαιρα οφείλει το όνομά της στο φλογερό κόκκινο χρώμα της και είναι η έδρα μερικών από τις πιο θεαματικές εκδηλώσεις του Ηλιου. Το στέμμα, έχει τις πιο ψηλές θερμοκρασίες απ’ όλες τις περιοχές του Ηλιου, με εξαίρεση το κέντρο του, και σχηματίζει ένα λαμπερό, αραιό πέπλο που εκτείνεται σε ύψος τουλάχιστον τρία εκατομμύρια χιλιόμετρα πάνω από τη χρωμόσφαιρα.

(Πηγή: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ, Time – Life, Εκδ. Κ.Καπόπουλος)