Το προεκλογικό κλίμα ήταν κάτι περισσότερο από φανατισμένο. Σε όλη τη χώρα σημειώνονταν αιματηρά επεισόδια και ο κίνδυνος ενός νέου εθνικού διχασμού ήταν απολύτως ρεαλιστικός. Τίποτα δεν ήταν ίδιο με την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση. Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε εκλεγεί μετά από τρεις επεισοδιακές συνεδριάσεις της Βουλής ο δικαστικός, γνωστός για την υπόθεση Λαμπράκη, Χρ. Σαρτζετάκης, με το μίνιμουμ των εδρών που απαιτούνταν (180) και με τους κορυφαίους συνταγματολόγους να αντιπαρατίθενται με αφορμή την ψήφο του προέδρου της Βουλής, Γιάννη Αλευρά.  Η ΝΔ είχε προλάβει να αλλάξει δύο αρχηγούς, αφού τον Ευάγγελο Αβέρωφ, ύστερα και από την ήττα στις ευρωεκλογές του 1984, διαδέχτηκε ο Κ. Μητσοτάκης. Η γνωστή αντιπαράθεση, που είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του ’60 με τα γεγονότα της αποστασίας, μεταξύ Παπανδρέου και Μητσοτάκη, πυροδοτούσε το ήδη φορτισμένο κλίμα, που φρόντιζαν να καλλιεργούν και οι δύο πολιτικοί αρχηγοί αλλά και οι μπλε και πράσινες εφημερίδες με δηλητηριώδη πρωτοσέλιδα και συχνά χτυπήματα κάτω από τη μέση. Ηταν τέτοια η αντιπαλότητα ανάμεσα στους δύο ηγέτες, που και μια απλή χειραψία τους θεωρείτο σημαντικό πολιτικό γεγονός!

Με αφορμή τα (συνηθισμένα) κρίσιμα εθνικά θέματα θα προκηρυχτούν πρόωρες εκλογές για τις 2 Ιουνίου, ενώ η τετραετία συμπληρωνόταν τον Οκτώβριο. Σημαντική καινοτομία ήταν η κατάργηση του σταυρού προτίμησης και η αντικατάστασή του από τη λίστα, ενώ και το εκλογικό σύστημα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ενισχυμένη αναλογική με στοιχεία πλειοψηφικού. Ακόμα, αξίζει να σημειωθεί πως δικαίωμα ψήφου αποκτούσαν όσοι είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους. Στις εκλογές, πλην ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, δήλωσαν συμμετοχή το ΚΚΕ, το ΚΚΕ Εσ. του Γιάννη Μπανιά, αλλά και κόμματα της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς.

Παρά τη διάχυτη αισιοδοξία στους κόλπους της ΝΔ, το αποτέλεσμα δεν ήταν το επιθυμητό για την αξιωματική αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, προσεγγίζοντας με χαρακτηριστική ευκολία χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αγρότες και μικρομεσαίους, μπόρεσε χωρίς κόπο να αντισταθμίσει απώλειες στις μεσαίες τάξεις που το είχαν στηρίξει (και αυτές) το 1981. Ετσι, έχασε μόλις δύο ποσοστιαίες μονάδες, λαμβάνοντας 45,82% και 161 έδρες. Από την άλλη πλευρά, η ΝΔ, αν και αύξησε σημαντικά το ποσοστό της (40,84% και 126 έδρες) δεν κατάφερε να απειλήσει τον μεγάλο της αντίπαλο. Το ΚΚΕ άγγιξε το 10% (9,89%) και εξέλεξε 12 βουλευτές, ενώ το ΚΚΕ Εσ. με μόλις 1,84% πήρε μια έδρα. Τα μάλλον χαμηλά ποσοστά των κομμάτων της αριστεράς χρησιμοποιήθηκαν ως επιχείρημα από τη ΝΔ ότι βοήθησαν στη διατήρηση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

 

Άρης Νόμπελης