Η Πράξιλλα γεννήθηκε γύρω στο 450 π.Χ. στη Σικυώνα (κοντά στο σημερινό Κιάτο) και ήταν διθυραμβική ποιήτρια. Έγραψε διθυράμβους με μυθικό περιεχόμενο (Αχιλλεύς, Άδωνις) και παροίνια δηλαδή άσματα του κρασιού, που συνηθίζονταν στα συμπόσια. Επινόησε το Πραξίλλειο ποιητικό μέτρο, οι στίχοι της θαυμάζονταν πολύ και η φήμη της έφτασε μέχρι την Αθήνα. Ίδρυσε Σχολή Μουσικής και Ποίησης. Θεωρείται ότι ήταν σύγχρονη με τη Τελέσιλλα και υπάρχουν αναφορές στα έργα της από τον Αριστοφάνη στις «Σφήκες» και τις «Θεσμοφοριάζουσες». Η γραφή του Αριστοφάνη είναι τέτοια, ώστε δείχνει πως η Πράξιλλα ήταν αναγνωρίσιμη στο Αθηναϊκό κοινό. Εξακολουθούσε να βρίσκεται σε υψηλή εκτίμηση από τους μεταγενέστερους της καθώς ο Λύσιππος (4ος αι. π.Χ.) κατασκεύασε ορειχάλκινο άγαλμα με την μορφή της ενώ ο Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς (1ος αι. μ.Χ.) την κατέταξε στις εννέα ποιήτριες των οποίων η γλώσσα ήταν αθάνατη. Ήταν μία από τις εννέα σπουδαιότερες ποιήτριες της αρχαιότητας, η 4η του Αλεξανδρινού κανόνα που χαρακτηρίστηκαν “ΛυρικαίΜούσαι”, φημισμένη για τη χάρη και την αρμονία των στίχων της.

Διασώζονται λίγα αποσπάσματα του έργου της τα οποία παραφράστηκαν από μεταγενέστερους Έλληνες συγγραφείς, από δύο ποιήματά της με τους τίτλους «Αχιλλεύς» κι «Άδωνις». Έγραψε ύμνους για θεούς και θεότητες και πολλά από τα οκτώ εναπομείναντα κομμάτια έχουν να κάνουν με μύθους. Ο μετρικός Ηφαιστίων αναφέρει ότι το ποιητικό μέτρο το οποίο δημιούργησε κι ονομάστηκε Πραξίλλειον, (-υυ-υυ-υυ-υ-υ), ήταν βραχυκαταληκτικό ιωνικό 3μετρο κι ήτανε γνωστό κι ως δακτυλικό λογαριδικό.

Στην Πράξιλλα αποδίδεται και η σύσταση «να προσέχουμε τον σκορπιό, που παραμονεύει κάτω από κάθε πέτρα».

Η Ήριννα (4ος αι. π.Χ.) ήταν ποιήτρια από την Τήλο. Διασώθηκαν λίγα επιγράμματα και 37 στίχοι από το ποίημά της «Ηλακάτη» (ρόκα), στο οποίο αναφερόταν με ιδιαίτερη αγάπη και νοσταλγία στις αναμνήσεις της από τα παιδικά της χρόνια και στην αγαπημένη της φίλη Βαυκίδα, η οποία πέθανε λίγο μετά το γάμο της. Ήταν γραμμένο σε δωρική διάλεκτο με στοιχεία και της αιολικής διαλέκτου και σταδιακά μετατράπηκε σε θρύλο συνώνυμο της ποιητικής αθωότητας. Η Ήριννα πέθανε σε ηλικία 19 ετών από μαρασμό επειδή η μητέρα της δεν την άφηνε ν’ ασχολείται με τη ποίηση αλλά την ανάγκαζε  να γνέθει και να υφαίνει. Έγραφε κρυφά.  Η ποίησή της απέκτησε μεγάλη απήχηση και φήμη από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας κερδίζοντας το σεβασμό πολλών μελετητών. Επιγράμματα που σώθηκαν το ένα ανωνύμουκαι το άλλο που αποδίδεται στο Λεωνίδα τονΤαραντίνο (2ο αι.π.Χ) ή στο Μελέαγρο (3ο αι.π.Χ), αναφέρουν την ποίησή της ως ισάξια της Ομηρικής. OΑσκληπιάδης ο Σάμιος το 290 π.Χ. σε ποίημά του διαβεβαιώνει την ποιήτρια ότι το τραγούδι της θα μείνει αθάνατο και θα τραγουδιέται απ’ τις Μούσες της Πιερίας, ο Αντίπατρος ο Σιδώνιος το 120 π.Χ την αναφέρει ανάμεσα στις γυναίκες που ασχολήθηκαν με την ποίηση, ο Μελέαγρος το 90 π.Χ τη συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του «Στέφανος» και την αποκαλεί ζαφορά, κρίνο της Ανύτης κ.α. ενώ από ένα  χωρίο του Χριστόδωρου μαθαίνουμε ότι το άγαλμά της βρισκόταν στο Γυμνάσιο τουΖευξίππου στο Βυζάντιο, κατασκευασμένο από το Ναυκίδη.

Το Ήριννα ή Έριννα όπως τη λένε ορισμένοι, σημαίνει Άνοιξη. (Ἠρινόν=ἐαρινόν, γράφει το λεξικό της Σούδας).

Αγάθαρση και Μυρώ (4ος αι. π.Χ.): Τις γνωρίζουμε από τα επιγράμματα της Ήριννας, στα οποία παρουσιάζονται ως επιστήθιες φίλες της.

H Μοιρώ η Βυζαντία ή Μυρώ (3ος αιώνας π.Χ.), ήταν Ελληνίδα ποιήτρια από την πόλη του Βυζαντίου (μετέπειτα Κωνσταντινούπολη). Έγραψε επική, ελεγειακή και λυρική ποίηση αλλά διασώζονται λίγα από τα έργα της με δύο από τα επιγράμματά της να περιλαμβάνονται στην Ελληνική Ανθολογία. Έγραψε έναν ύμνο προς τιμή του Ποσειδώνα, μια συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο « Ἀραί» (=κατάρες) και ένα 6μετρο ποίημα με τον τίτλο «Μνημοσύνη». Η Μνημοσύνη ήταν η προσωποποίηση της μνήμης, γυναίκα του Δία και μητέρα των 9 Μουσών.

Ο επιγραμματοποιός του 1ου αιώνα μ.Χ. Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την περιλαμβάνει στον κατάλογο των διάσημων ποιητών, ο λόγιος του 2ου αιώνα μ.Χ. Αθήναιος αναφέρει στο έργο του «Δειπνοσοφισταί» το ποίημά της Μνημοσύνη και ο περιηγητής Παυσανίας την αναφέρει στο έργο του «Ελλάδος Περιήγησις». Το λεξικό Σούδα του 10ου αιώνα την αναφέρει ως Μυρώ όπως και ο λόγιος του 12ου αι. Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς. Πιθανολογείται ότι ήταν σύγχρονη με την Ανύτη, με  τα δύο επιγράμματά της να μοιάζουν στο ύφος με τα δικά της ενώ ο Τατιανός έχει δηλώσει ότι ο γλύπτης Κηφισόδοτος (2ο μισό 4ου αι.) δημιούργησε αγάλματα και των δύο ποιητριών. Ο Μελέαγρος αναφέρει τη Μοιρώ ως ισάξια της Σαπφούς.

Ο σύζυγός της ονομαζόταν Ανδρόμαχος Φιλόλογος και γιός της ήταν ο τραγωδός Όμηρος ο Βυζάντιος.

Πηγές: Βικιπαίδεια, Σοφία Βαρβιτσιώτη, http://peri-grafis.net/

Μ.Χ.Αναγνωστοπούλου