Μυρτίς ή Μύρτις η Θηβαία (6ος-5ος αι. π.Χ.): Καταγόταν από την Ανθηδώνα της Βοιωτίας ήταν λυρική ποιήτρια  και σύμφωνα με την παράδοση ήταν δασκάλα της Κόριννας και του Πινδάρου. Επίσης ήταν μυημένη Ιέρεια στις μυστηριακές τελετές των Καβείριων Θεών που αντιπροσώπευαν τις αναπαραγωγικές δυνάμεις της φύσης. Εμπνεόταν τόσο από τη παράδοση και τα Μυστήρια της Λατρείας  όσο και από τους καθημερινούς αγώνες και τις αγωνίες των συμπολιτών της γεωργών και ψαράδων.

Η Μύρτιδα έγραφε τα ποιήματά της στη βοιωτική διάλεκτο και δόξασε τους τοπικούς μύθους με τα τραγούδια της. Ένα από τα ποιήματά της αναφέρεται στον τραγικό έρωτα της Όχνας για τον αγνό νέο Εύνοστο, ο οποίος πέθανε λόγω δικής της παγίδας (ίσως επειδή δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της). Επίσης κατέβηκε και σε αγώνα, όπου αγωνίστηκε μαζί με τον Πίνδαρο για το στεφάνι.

Στον Πλούταρχο (45-120 μ. Χ. από τη Χαιρώνεια της Βοιωτίας) απαντά η μαρτυρία: «…ως Μυρτίς η Ανθηδονία ποιήτρια μελών ιστόρηκε» (Πλουτ, Ερωτ. 40).

Για τον επιγραμματοποιό Αντίπατρο το Θεσσαλονικέα (1ος αι. π.Χ.) η Μύρτις έζησε τον 7ο αι. π. Χ., ήτανε λυρική ποιήτρια κι αοιδός και λέγεται πως είχε διαγωνισθεί σε αγώνα με τον Πίνδαρο. Την κατατάσσει δε στις εννέα θνητές μούσες: Μύρτις, Κόριννα, Σαπφώ, Ήριννα, Πράξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Τελέσιλλα, Νοσσίς.    Άλλη μαρτυρία: «Πίνδαρος… μαθητής δε Μύρτιδος γυναικός, γεγονώς κατά την ξε΄ Ολυμπιάδα…» ,δηλαδή η Μύρτις γεννήθηκε περί το 520/516 π. Χ., κατά  την 65η Ολυμπιάδα.

Τελέσιλλα η Αργεία (6ος-5ος αι. π.Χ.): Θεωρείται μια ποιητική ευφυΐα που κέρδισε το θαυμασμό των συγχρόνων της, καταξιώθηκε ως λυρική ποιήτρια στην εποχή της, απέκτησε τεράστια φήμη και πανελλήνια εμβέλεια σε σημείο ώστε να τη συγκρίνουν με τη ξακουστή Σαπφώ από τη Λέσβο και την Κόρρινα από την Κόρινθο και να την τιμούν με το διακριτικό επίθετο «αγακλή» δηλαδή περίφημη, ξακουστή, δοξασμένη. Ο επιγραμματοποιός μάλιστα Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την κατατάσσει στις 9 μεγάλες ποιήτριες (θνητές μούσες) της αρχαιότητας σ’ ένα επίγραμμά του αφιερωμένο σ’ αυτές:

Αυτές τις γυναίκες ανέδειξε ο Ελικώνας με θεϊκή λαλιά
στους ύμνους κι η Μακεδονική κορυφή του Ολύμπου:
τη Πρήξιλλα, τη Μοιρώ, τη φωνή της Ανύτης, το θηλυκό Όμηρο,
τη Σαπφώ, το στολίδι για τις ομορφομαλλούσες της Λέσβου
 την Ήριννα, την Τελέσιλλα την ξακουστή, και σένα Κόρρινα
 που τραγούδησες την πολεμική ασπίδα των Αθηναίων,
τη Νοσσίδα τη γλυκομίλητη και τη γλυκολαλούσα Μύρτιν,
όλες εργάτισσες ατέλειωτων σελίδων.
 Εννέα μούσες ο μέγας Ουρανός, εννέα επίσης και η Γη γέννησε
 αστέρευτη χαρά για τους ανθρώπους.

Πατρίδα της ήταν το Άργος και  σύμφωνα με μαρτυρία του Πλούταρχου,  ήταν λεπτοκαμωμένη και φιλάσθενη στη νεανική της ηλικία. Η ασθενική της φύση φαίνεται πως την ανάγκαζε να ζει απομονωμένη, κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς συναναστροφές και κοινωνικότητα, ώσπου αποφάσισε να απευθυνθεί στο Μαντείο για να μάθει για την εξέλιξη της υγείας της. Το «Μαντείο του Θεού» απάντησε στη μικρόσωμη κι ασθενική Τελέσιλλα ότι θα βρει την υγεία και την επιτυχία της, εφόσον υπηρετεί τις Μούσες. Η μαντική προσταγή «τας Μούσας θεραπεύειν» σε συνδυασμό με το έμφυτο ποιητικό της ταλέντο και την έφεσή της για τη μουσική έκαναν τη Τελέσιλλα να αφοσιωθεί με πάθος στην ποίηση και τη μουσική, να βρει νόημα στη ζωή της και να κατακτήσει την πνευματική ομορφιά. Έγραψε ποιήματα για χορούς νεαρών κοριτσιών και ύμνους προς τους θεούς (ένας από αυτούς περιγράφει τους γάμους του Δία με την Ήρα).

Επίσης έμεινε ονομαστή για τον ηρωϊσμό και το θάρρος της, γιατί όταν οι Σπαρτιάτες έκαναν εκστρατεία εναντίον του Άργους (494 π.Χ.) και εξόντωσαν τους Αργείους άνδρες, η Τελέσιλλα μαζί με τον άμαχο πληθυσμό κατάφερε να τους αποκρούσει και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν.

Μετά τη καταστροφή που υπέστη ο στρατός των Αργείων στο ιερό άλσος της Σηπείας μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθας, ό,που ο Κλεομένης πρώτα με δόλο και ύστερα με εμπρησμό προκάλεσε το θάνατο 8.000 Αργείων μαχητών, την άμυνα της πόλης οργάνωσε η κοντόσωμη και μαχητική Τελέσιλλα. Όπλισε γυναίκες, γέρους και παιδιά με όπλα και κάθε λογής αντικείμενα και τους παρέταξε στις επάλξεις.
Στη κρίσιμη στιγμή για τη πατρίδα της, ξεσήκωσε με θερμά λόγια πατριωτισμού τις γυναίκες της πόλης, καλώντας τες να πολεμήσουν και να θυσιαστούν για την ελευθερία των παιδιών τους και της πόλης τους. Ο λόγος της είχε θαυμαστό αποτέλεσμα. Όλες οι γυναίκες της πόλης φόρεσαν πανοπλίες κι έζωσαν κυκλικά τα τείχη της πόλης, έτοιμες να την υπερασπιστούν από τον Κλεομένη.
Οι δε Λακεδαιμόνιοι σκεπτόμενοι ότι αν μεν νικούσαν το κατόρθωμά τους θα χαρακτηριζόταν «άδοξο», αφού θα είχαν νικήσει γυναίκες, αν δε έχαναν θα προσάπτονταν σ΄ αυτούς το «όνειδος» ότι από γυναίκες ηττήθηκαν, υποχώρησαν κι επέστρεψαν στη χώρα τους.
Έτσι ο Κλεομένης πήρε την ευθύνη και διάταξε υποχώρηση στην Σπάρτη, ό,που παρουσιάστηκε μπροστά στους Έφορους και δήλωσε ντροπιασμένος αλλά υπάκουος στον νόμο γιατί δε πολέμησε γυναικόπαιδα και ζήτησε να τον σκοτώσουν γιατί επίσης παραβίασε τον νόμο της Σπάρτης και δείλιασε μπροστά στον εχθρό.
Οι Αργείοι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ανήγειραν προς τιμή της Τελέσιλλας μεγάλη στήλη που την παρίστανε όρθια, έχοντας στα πόδια της βιβλία και κρατώντας στα χέρια περικεφαλαία που την κοίταζε, έτοιμη να τη φορέσει στο κεφάλι της. Η στήλη αυτή ήταν τοποθετημένη πάνω από το θέατρο του Άργους, μπροστά  από το ιερό άγαλμα της θεάς Αφροδίτης και σωζόταν μέχρι το 170 μ.Χ. που την είδε ο Παυσανίας κι ίσως να ήταν αντίγραφο του χάλκινου  αδριάντα της ποιήτριας που είχε κατασκευάσει ο Αθηναίος γλύπτης Νικήρατος.

Ο Πλούταρχος από την άλλη υποστηρίζει ότι έγινε κανονικά μάχη, όπου οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν κι υποχώρησαν. Για τη Τελέσιλλα έχουνε γράψει πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μέχρι και τον 2ο μ.Χ. αιώνα και στη συνέχεια έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες.

Αποσπάσματα από τα ποιήματά της με στίχους ιωνικών παραμέτρων και τροχαϊκή κατάληξη διέσωσε ο Στωβαίος, που εκδόθηκαν από τον Μπεργκ στη συλλογή «Έλληνες λυρικοί ποιηταί» (τόμος Γ’).

Άλλοι συγγραφείς, αλλά πολύ μεταγενέστεροι, όπως ο Παυσανίας, ο Πλούταρχος, ο Πολύαινος, της πλέκουν το εγκώμιο, τονίζοντας την ηρωική της αντίσταση κατά των Σπαρτιατών.

Η Τελέσιλλα πάντως έγινε θρύλος και μυθοποιήθηκε στη συνείδηση του Αργειακού λαού αν και είναι σχεδόν άγνωστη στους σύγχρονους Αργείους. Λογικότερο φαίνεται να τοποθετήσουμε τη γέννησή της ανάμεσα στο 520 -515 π.Χ., οπότε στα γεγονότα του 494 π.Χ. θα είχε ηλικία τουλάχιστον 20-25 χρόνων και συνεπώς τη ψυχική και πνευματική ωριμότητα να υπερασπιστεί την πατρίδα της που κινδύνευε. Σύγχρονη λοιπόν του Πίνδαρου και της Κόρρινας η Τελέσιλλα, είχε σύζυγο τον Ευξενίδα, ο οποίος μετά το θάνατό της  ίδρυσε μνημείο προς τιμήν της με το εξής επίγραμμα:

Μνημείο, γλυκειά Τελέσιλλα, έστησε εδώ
Ο  Ευξενίδας για τη γυναίκα που παντρεύτηκε,
γιατί πάντα ήταν γεμάτη πίστη, εύνοια, αρετή
κι αγάπη. Ας μένει και για τους μεταγενέστερους
η φήμη σου αξέχαστη για πάντα.

 

Πηγές: Βικιπαίδεια, Σοφία Βαρβιτσιώτη, http://peri-grafis.net/

Μ.Χ.Αναγνωστοπούλου