Αγαπημένε μου παππού,

Τώρα που σου γράφω αυτές τις γραμμές το Χαλάνδρι, η αγαπημένη σου πόλη, παρά τον έντονο φόβο της πανδημίας και τη σχετική ανασφάλεια των πολιτών, έχει φορέσει τα γιορτινά του. Τα σπίτια στολίστηκαν πιο πολύ από κάθε άλλη φορά, το ίδιο και οι βιτρίνες στα (σχεδόν άδεια) καταστήματα. Εξαιτίας της περίστασης, ο κόσμος δεν ξεχύθηκε στους δρόμους για να διαλέξει δώρα, οι νοικοκυρές ετοιμάζουν με ευλάβεια το χριστουγεννιάτικο τραπέζι για τους λιγοστούς καλεσμένους, τα παιδιά δεν μετρούν αντίστροφα για τις πολυήμερες διακοπές τους, τα γραμματοκιβώτια γεμίζουν με χριστουγεννιάτικες κάρτες όπου όλοι εύχονται μονάχα υγεία, αλλά υπάρχει η καλή διάθεση και η προσμονή των γιορτών από τον ταλαιπωρημένο κόσμο…

Νοσταλγικές αναμνήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό μου, γλυκές στιγμές από Χριστούγεννα άλλων εποχών, δεκαετίες ολόκληρες πίσω στον χρόνο, όταν παιδάκι κι εγώ ξεκινούσα να πω τα κάλαντα απ’ το δικό σου σπιτικό. Εννοείται, παππού, πως εσύ και η γιαγιά μού δίνατε το μεγαλύτερο χαρτζιλίκι πάντοτε κι έτσι άρχιζα από σας για να παίρνω… κουράγιο! Τι να πρωτοθυμηθώ, παππού, από τις γιορτές που περάσαμε μαζί: το πάντα περιποιημένο χριστουγεννιάτικο δεντράκι σου, τα λαχταριστά φαγητά της γιαγιάς, τα ιδιαίτερα δώρα που μου χάριζες ή τις φανταστικές στιγμές ανείπωτης ευτυχίας στα ρεβεγιόν στο σπίτι σου, όπου περίσσευε το κέφι, η χαρά και το γλέντι.

Και πέρασαν με αυτόν τον τρόπο τα χρόνια. Και κάποτε δεν στολίσαμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε η μητέρα έφτιαχνε μελομακάρονα και κουραμπιέδες, και όλοι έμοιαζαν σκεπτικοί και προβληματισμένοι. Και ρωτούσα ανήσυχος και κανείς δεν ήθελε να μου απαντήσει τι συμβαίνει, μονάχα με απέφευγαν και η αγωνία μου κορυφωνόταν…

Δεν γιορτάσαμε εκείνη τη χρονιά. Ούτε τα κάλαντα σου είπα, παππού, αν και τόσο πολύ το επιθυμούσα. Μόνο τα τυπικά, ανταλλάξαμε ευχές με-βαριά καρδιά-και οι στενοί συγγενείς και φίλοι δεν καλωσορίσαμε μαζί τον καινούργιο χρόνο, δεν γλεντήσαμε, δεν τραγουδήσαμε και δεν χορέψαμε, αφού η… βροντερή απουσία σου είχε καλύψει τα πάντα… Και σήμερα, σε αυτές τις διαφορετικές γιορτές, 39 χρόνια μετά, θυμάμαι με πίκρα εκείνα τα στενάχωρα Χριστούγεννα και τα ανακαλώ στη μνήμη μου με κάθε λεπτομέρεια. Και το πιο περίεργο είναι, παππού, πως όσα χρόνια κι αν πέρασαν από τότε που προπαραμονή Χριστουγέννων είπες να μας εγκαταλείψεις για πάντα, τόσο θυμάμαι καλύτερα τα γεγονότα εκείνης της εποχής με κάθε λεπτομέρεια.

Πάντοτε τέτοιες μέρες βγαίνω έξω-όταν έχει ξαστεριά-στη βεράντα της κουζίνας και κοιτάω ψηλά, πολύ ψηλά, απ’ άκρη σε άκρη τ’ ουρανού, ψάχνοντας να ανακαλύψω τον Σείριο, το πιο λαμπρό αστέρι όπως μου έλεγες όταν με μάθαινες να προσανατολίζομαι στον αττικό ουρανό. Όμως νομίζω, παππού, πως θα μπερδευτώ, αφού τα τελευταία 39 χρόνια τι πιο λαμπρό αστέρι εκεί πάνω είσαι εσύ…

Σίγουρος πως (δεν) θα μου απαντήσεις,

Ο εγγονός σου, Αρης

Υ.Γ.: Ο παππούς μου πήρε τον δρόμο χωρίς γυρισμό στις 23 Δεκεμβρίου του 1981 σε ηλικία 86 ετών.