Η Αναστασία δεν ήταν αυτό που λέμε εκπάγλου καλλονής. Αδύνατος σωματότυπος, ξανθιά με ανοιχτόχρωμα γαλάζια μάτια, λευκή στο δέρμα, προσιδίαζε περισσότερο σε Βορειοευρωπαϊα. Το αρχικό πλατωνικό μου ενδιαφέρον δεν άργησε να μετατραπεί σε παθιασμένο έρωτα. Η έλξη που ασκούσε πάνω μου ήταν μοναδική και η γοητεία της ακαταμάχητη. Αλλά υπήρχαν δυο-φαινομενικά-ανυπέρβλητα εμπόδια: Ηταν αδερφή του φίλου μου του Μπάμπη και πρώην κοπέλα αδερφικού φίλου. Ο τελευταίος μού άναψε το πράσινο φως και ο Μπάμπης δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε ή προσποιούνταν πως δεν καταλάβαινε.

Δεν μου έστελνε θετικά μηνύματα η Αναστασία. Μονάχα διαφαινόταν μια εκτίμηση και, όπως πάντοτε, μια ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, χάρη στην οποία μου εξομολογιόταν τα προσωπικά της, έστω δίχως τις απαραίτητες λεπτομέρειες.

Ξεκινήσαμε να κάνουμε συστηματική παρέα. Βγαίνοντας σχεδόν σε καθημερινή βάση, το πάθος μου για εκείνη γιγαντωνόταν, αλλά προσπαθούσα να μην το δείξω. Κάποια στιγμή την πέτυχα μπερδεμένη και αναποφάσιστη. Η αισθηματική της πλευρά είχε βαλτώσει και ορισμένα διλήμματα φαίνονταν πως την οδηγούσαν σε ερωτικό αδιέξοδο. Αλλά εγώ ακόμη δεν τολμούσα να κάνω την παραμικρή κίνηση. Εψαχνα, όμως, την καταλληλότερη ευκαιρία να της εκδηλώσω το ενδιαφέρον μου που άγγιζε πλέον το… κόκκινο! Μια μονοήμερη εκδρομή στην Εύβοια δεν βοήθησε σχεδόν καθόλου. Περάσαμε ωραία η τριάδα των επισκεπτών: Η Αναστασία, ένας φίλος μου κι εγώ. Στο μικρό καραβάκι με το οποίο πραγματοποιήσαμε το σύντομο ταξίδι μας της εξεδήλωσα κάποια από τα συναισθήματά μου που μάλλον έδειχναν περισσότερο στοργή και κατανόηση παρά ερωτικό κάλεσμα.

Ωσπου ένα καλοκαιριάτικο Σάββατο, θα ήταν τέλη Ιουλίου, αποφάσισα να της κάνω μια παράτολμη πρόταση: να περάσουμε παρέα δυο μέρες στο εξοχικό διαμέρισμα που νοικιάζαμε στη Ραφήνα. Και η Αναστασία δέχθηκε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Το σακβουαγιάζ της το περάσαμε σχεδόν τρέχοντας μπροστά από τον πατέρα της και τον αδερφό της, εγκαταλείποντας το πατρικό της στο Χαλάνδρι. Και πήραμε νωρίς το απόγευμα τη λεωφόρο Μαραθώνος. Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα από τη διαδρομή, κάτι απολύτως φυσιολογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι όλη την ώρα με απασχολούσε πώς θα πέρναγα από τη θεωρία στην πράξη.

Ποτέ δεν υπήρξα ντροπαλός με το άλλο φύλο αλλά οι συνθήκες τώρα ήταν ιδιάζουσες. Πώς το φιλικό μετατρέπεται σε ερωτικό; Με ποιον τρόπο μια απλή πρόταση για ένα χαλαρό Σαββατοκύριακο εξελίσσεται σε πρόταση για δεσμό. Γιατί μόνο ζευγάρι με την Αναστασία θα τέλειωνε ευχάριστα αυτό το απρόσμενο διήμερο. Την Αναστασία που τώρα που το σκέφτομαι θα μπορούσα μέχρι και να παντρευτώ!!!

Οταν αφήσαμε τα πράγματα στο μικρό διαμέρισμα με την υπέροχη θέα στο λιμάνι της Ραφήνας και βγήκαμε έξω για φαγητό και ποτό ανάμεσα στην πολυπληθή νεολαία που είχε κατακλύσει τα μπαράκια εκείνο το ζεστό βράδυ του Ιουλίου ακόμη δεν μπορούσα να λύσω τον γρίφο. Εψαχνα απεγνωσμένα σημάδια που θα μου έδιναν το θάρρος να προχωρήσω αλλά η καρδιά της Αναστασίας ήταν κλειδαμπαρωμένη και δεν άφηνε κανέναν τρόπο να τη «διαβάσεις». Απόμακρη, απορροφημένη σε άγνωστα προβλήματα, ένα ελαφρύ υπομειδίαμα και ως εκεί.

Αφήνοντας πίσω μας τα γραφικά νεολαιίστικα στέκια, επιστρέψαμε στο προσωρινό καταφύγιό μας. Μέσα στο οικογενειακό εξοχικό υπήρχε ένα διπλό και άνετο κρεβάτι και ένα ντιβάνι στο σαλόνι. Η Αναστασία δεν βρήκε βολικό το ντιβάνι και εγώ δεν θα αποχωριζόμουν το κρεβάτι που-λόγω του ύψους μου-ήταν το μοναδικό μέρος στο διαμέρισμα που θα χωρούσα. Η μόνη λύση ήταν να κοιμηθούμε μαζί. Και η πολυπόθητη ευκαιρία μού έγνεφε πλέον με χαμόγελο να την αρπάξω απ’ τα μαλλιά.

Ημασταν κι οι δυο κουρασμένοι. Αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που θα σκεφτόμουν. Η Αναστασία φόρεσε ένα σορτσάκι κι εγώ έπεσα με το μποξεράκι δίπλα της. Αν αυτή δεν ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή, δεν ξέρω ποια θα μπορούσε να είναι…

Κάπως άγαρμπα, λίγο διστακτικά και με μπόλικο άγχος της είπα: «Να σε φιλήσω για καληνύχτα;». Πέρασαν ελάχιστα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες. «Ελα…» μου απάντησε. Μπορεί όπως λέει ο ποιητής «με τα φώτα σβησμένα όλες οι γυναίκες ίδιες…», όμως στο πλάι μου στο κρεβάτι έτοιμη να τη φιλήσω ήταν η Αναστασία, η τόσο διαφορετική από τις άλλες, το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου και ο παθιασμένος μου έρωτας. Την πλησίασα και τη φίλησα στο στόμα. Προσπαθώντας να το παρατείνω με απώθησε και δεν επέμεινα. Της χάιδεψα τα μαλλιά, μιλήσαμε για κάμποση ώρα ξαπλωμένοι και μας πήρε ο ύπνος σχεδόν ταυτόχρονα.

Το επόμενο πρωινό θα ήταν το καλύτερο κυριακάτικο της ζωής μου. Μόλις μισάνοιξα τα μάτια μου, η πρώτη εικόνα που αντίκρισα ήταν το χαμογελαστό πρόσωπο της Αναστασίας, με τα μεγάλα γαλάζια μάτια της να με κοιτάζει σε απόσταση αναπνοής. Αρχικά αναλογίστηκα τι βλέπει κανείς στον ύπνο του, μέχρι να συνειδητοποιήσω πως επρόκειτο για μια απίστευτη πραγματικότητα: Η γυναίκα των ονείρων σου να σε ξυπνάει χαμογελώντας σου πονηρά από δίπλα. Είναι από εκείνες τις στιγμές που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη, που σε συνοδεύουν ως το τέλος της ζωής σου, που σε σημαδεύουν για πάντα.

Τα γεγονότα που συνέβησαν μετά δεν έχουν καμιά περιγραφική αξία. Μπάνιο στον πολύβουο Σχοινιά, ηλιοθεραπεία με το λάδι να απλώνεται από το (τρεμάμενο) χέρι μου στην πλάτη της Αναστασίας, κάποιες ανούσιες συζητήσεις και οι, απαραίτητοι σε τέτοιες περιπτώσεις, μυώδεις άνδρες με τα καλογυμνασμένα σώματα που την πλησίαζαν να της μιλήσουν.

Δεν υπήρξε συνέχεια στην ιστορία της Αναστασίας. Πικράθηκα γιατί μίλησε για μένα με απαξιωτικά λόγια σε κοινό γνωστό μας. Δεν της κρατάω κακία. Γιατί μπορεί να κοιμηθήκαμε κυριολεκτικά μαζί, αλλά μου χάρισε το πιο όμορφο κυριακάτικο ξύπνημα στη ζωή μου. Μια φευγαλέα στιγμή ανεκτίμητης αξίας. Και της είμαι ευγνώμων γι’ αυτό…