Θα τα έχω επισκεφθεί και 13 φορές από τότε που ο φίλος μου Νικόλας και η οικογένειά του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν για πάντα την πολύβουη Αθήνα. Αλλά η τελευταία φορά-λίγο πριν η πανδημία μάς χτυπήσει την πόρτα-είχε μια πιο πικρή γεύση. Σε μια από τις ατελείωτες συζητήσεις μας στο καφέ του ξενοδοχείου «Olympic», όταν εγώ του απηύθυνα μια ρητορική ερώτηση: «Λες, βρε Νικόλα, να γεράσουμε και ακόμη να καθόμαστε εδώ και να ονειροπολούμε, αναφερόμενοι σε θεσπέσιες γυναίκες που δεν θα γίνουν ποτέ δικές μας και σε περιουσίες που δεν θα αποκτήσουμε ποτέ;». «Μάλλον έτσι θα γίνει, Ρένο…» ήταν η σκληρή και κυνική απάντηση του Νίκου. Το χειρότερο ήταν πως το έχει πιστέψει βαθιά μέσα του και αισθανόμουν πως ακριβώς το ίδιο έχω κάνει κι εγώ. Καλά, και τα… τρελά μας όνειρα; Το χαρακτηριστικό μας πείσμα; Η ανεξάντλητη προσπάθεια; Οι αδυσώπητοι αγώνες μας σε μια χώρα που τη σκεπάζει η μετριοκρατία; Νομίζω πως η κατρακύλα πρέπει να σταματήσει εδώ.

Δεκαέξι χρόνια γνωριμίας δεν είναι πολλά. Αναρίθμητες είναι οι αναμνήσεις και πολυάριθμα τα γεγονότα. Από εκείνο το πρώτο ρεπορτάζ στη… Βαρβάκειο Αγορά με την εντολή του αρχισυντάκτη Κ., όταν μαζί ξεκινήσαμε από την πλατεία Θεάτρου με τον άχαρο ρόλο να ρωτήσουμε τους χασάπηδες για την κίνηση στην αγορά. “Πεσμένη” γράφαμε και τότε, μη γνωρίζοντας πως 13 χρόνια αργότερα θα έμπαινε στη ζωή μας το επαχθές μνημόνιο και οι τραγικές συνέπειές του στην προσωπική ζωή του καθενός μας.
Και κάπως έτσι γνωρίστηκα με τον συνάδελφο Νικόλα. Καλύψαμε κι άλλες ειδήσεις του αστυνομικού και ελεύθερου ρεπορτάζ. Και μια μέρα ένας καυγάς με τον γνωστό δημοσιογράφο (και συνδημότη μας) Βαγγέλη Κ. με έφερε αρχικά στην πόρτα του γραφείου του Σπύρου Καρατζαφέρη και αργότερα, κοντοστάθηκα μέσα στο ασανσέρ, κοιτώντας σκεπτικός τα κουμπιά: Του τρίτου ορόφου οδηγούσε στο γραφείο του αρχισυντάκτη, αλλά αφού θεώρησα περιττό να ζητήσω συγνώμη, πάτησα το κουμπί του ισογείου και έκλεισα οριστικά πίσω μου την πόρτα της “Αθηναϊκής” και μαζί την πόρτα της δημοσιογραφίας στον αθηναϊκό Τύπο.
Ο Νικόλας, πεισματάρης και ερωτευμένος με τη δουλειά του συνέχισε άμισθος τη… μάχη του ρεπορτάζ, ώσπου να τον “φύγουν” κι αυτόν και να καταλήξει στη “Βραδυνή” του Τράγκα με τρεις κι εξήντα. Η ζωή δεν χαμογέλασε ποτέ στον καλό μου φίλο: Αναπάντεχα μια μέρα ανακάλυψε από το πουθενά ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που απείλησε μέχρι και τη ζωή του! Η διάγνωση τρομακτική και ο Γολγοθάς του κυρ-Ηλία και της κυρίας Μελπομένης αβάσταχτος.
Αλλά ο Νικόλας ξεγέλασε τον θάνατο και γλίτωσε. Χαθήκαμε για λίγο καιρό-τον καιρό που πήρα όλες τις λανθασμένες αποφάσεις για τη ζωή μου και καταστράφηκα οικονομικά. Αλλά είχα τον Νίκο και αυτός εμένα. Αξία της φιλίας μας: Ανεκτίμητη που λέει και η διαφήμιση της πιστωτικής κάρτας. Πολλές φορές συλλαμβάνω τον εαυτό μου να ανακαλώ νοσταλγικές αναμνήσεις, μοναδικά συναισθήματα, ανείπωτες χαρές και παταγώδεις αποτυχίες που συζητήσαμε, μελετήσαμε, αναλύσαμε και καταλήξαμε με τον Νικόλα πάντα παρέα. Στην ατζέντα μας κυριαρχούσαν μια ζωή οι γυναίκες, η δουλειά, οι μιμήσεις, η πολιτική, το ποδόσφαιρο και μόνο με αυτή τη σειρά.
Τον Φεβρουάριο του 1998 ο Νικόλας θα δώσει (προφορικές) εξετάσεις για πρόσληψη ως συμβασιούχος στην ΕΡΤ. Οπως κι εγώ. Θα αποτύχει. Οπως κι εγώ. Θα τον αδικήσουν. Οπως κι εμένα. Και μια λαμπρή καριέρα δεν θα ξεκινήσει ποτέ. Αλλά ο Νίκος θα υπερασπιστεί τους απολυμένους. Οπως κι εγώ. Γιατί ουδέποτε θα αποκτήσει την ελληνική νοοτροπία με τον φθόνο για τον γείτονα. Οπως κι εγώ. Ενας ισχυρός φιλικός δεσμός δεν αλλοιώνεται στον χρόνο γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους.
Ο πατέρας του Νίκου, μεροκαματιάρης και τώρα πια συνταξιούχος δεν μπορούσε να θρέψει μια τετραμελή οικογένεια: Η μάνα (καλή) νοικοκυρά (και άριστη μαγείρισσα), ο 40χρονος αδελφός άνεργος, ο Νίκος σχεδόν απλήρωτος…
Στις 31 Αυγούστου του 2012 η οικογένεια Γκαρόζη εγκατέλειψε την Αθήνα για την ιδιαίτερη πατρίδα της, τα Γιάννενα. Εκεί, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο Νικόλας παλεύει, στην περιφέρεια με τη μεγαλύτερη ανεργία στην ευρωζώνη, ενάντια στον νόμο των πιθανοτήτων να βρει έστω μια προσωρινή εργασία. Ανησυχεί και απογοητεύεται. Αγωνιά και σκέφτεται το (αβέβαιο) μέλλον του. Πρόσφατα έχασε και τον αγαπημένο του πατέρα…
Κι όταν αναλογιζόμαστε πως τα χρόνια πέρασαν και η ηλικία μας συμπλήρωσε μισό αιώνα, όταν νιώθουμε πως κάποιος μας ποδοπάτησε ανηλεώς τα όνειρά μας θυμόμαστε μια κορυφαία ατάκα του Μελ Γκίμπσον από το Μπρέιβχαρτ και σηκωνόμαστε πιο δυνατοί: «Ολοι πεθαίνουν, αλλά λίγοι ζουν πραγματικά…».

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ