Μία από τις αρχαιότερες και δυσκολότερες τέχνες στον κόσμο είναι η τέχνη του ψηφιδωτού. Πολλοί ισχυρίζονται πως οι πρώτοι καλλιτέχνες ψηφιδωτών εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο και στην Περσία. Η τέχνη μεταπήδησε στην Ελλάδα και από κει στους Ρωμαίους. Εκείνοι όμως που δημιούργησαν αριστουργήματα με ψηφιδωτά, ήσαν οι Βυζαντινοί. Αυτοκράτορες, Παναγίες, Αγγελοι και ολόκληρες στρατιές αγίων φτιάχτηκαν από εκατομμύρια κομματάκια, μαρμάρου, πέτρας, σμάλτου και σπανιότερα, χρυσού.

Το ψηφιδωτό είναι πολύ δύσκολο να δουλευτεί. Απαιτεί τέχνη και τεχνική. Οπως γράφει ένας Ελληνας τεχνοκρίτης: «Το ψηφιδωτό θέλει σπουδή, αγάπη και χέρια ροζιασμένα σαν εκείνα του γλύπτη».

Δύο τέτοια χέρια ροζιασμένα από τη θεία τέχνη του ψηφιδωτού, υπάρχουν σε ένα εργαστήρι κάτω από την Ακρόπολη. Ανήκουν στον Μιχάλη Νεοκλή, τον δημιουργό που ζει και εργάζεται ανάμεσα στη Γενεύη και την Αθήνα. Ο Νεοκλής σπούδασε εικαστικές τέχνες στην Αθήνα, με δασκάλους τον Παναγιώτη Τέτση και τον Γιώργο Βακαλό. Μαγεμένος από την τέχνη του ψηφιδωτού, γράφτηκε στη Σχολή του Βατικανού, που είναι φημισμένη σε όλον τον κόσμο, αφού εκεί δούλεψαν ο Μιχαήλ Αγγελος, ο Ραφαήλ και πολλοί άλλοι, και διδάσκει εκεί την τέχνη του μωσαϊκού ο Βιργκίλιο Κάσιο, ο σπουδαιότερος σήμερα σε όλον τον κόσμο σ’ αυτήν την τέχνη.

Η φοίτηση στην ονομαστή σχολή είναι τριετής. Ο Νεοκλής αποφοίτησε στα δύο χρόνια, παίρνοντας μάλιστα και χρυσό μετάλλιο.

«Το ψηφιδωτό», λέει ο Μιχάλης Νεοκλής, «δεν είναι μόνο τέχνη, αλλά και μια σκληρή τεχνική. Χρειάζεται να ξέρεις καλά το υλικό που δουλεύσεις. Την πέτρα, το μάρμαρο, το τσιμέντο, τον ασβέστη, το γυαλί, το μέταλλο, το κεραμίδι. Να ξέρεις τις ιδιότητες, τις αντιδράσεις, τη συμπεριφορά τους. Με γοητεύει αφάνταστα αυτό το ψάξιμο της ύλης που βγαίνει από τη φύση και η προσπάθεια για τον εξευγενισμό της. Με γοητεύει η πρόκλησή της για τη δημιουργία σχημάτων, χρωμάτων, σκιών. Με πονάει που στον τόπο μας έχει ξεχαστεί σήμερα το ψηφιδωτό. Είναι τέχνη ζωντανή, υπαρκτή μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Το ψηφιδωτό μπορεί να διακοσμήσει εκκλησίες, πλατείες, δημόσια κτήρια, μνημεία, ακόμη και σπίτια. Είναι κρίμα να θεωρείται από τους διακοσμητές, τους αρχιτέκτονες και την πολιτεία σαν παρηκμασμένη τέχνη, σαν μουσειακό είδος».

Αναφερόμενη στο έργο του Μιχάλη Νεοκλή, η αρχαιολόγος – ιστορικός της τέχνης και επιστημονική συνεργάτης στο τμήμα Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθηνά Σχινά, είπε για τον Νεοκλή: «Γνήσιος συνεχιστής της κλασσικής παράδοσης – του αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και αναγεννησιακού μωσαϊκού – προσπαθεί να συνοψίσει εκλεκτικά εκφραστικούς δρόμους που του επιτρέπουν με ευχέρεια να παραπέμπει στην αυστηρότητα, τη σαφήνεια και τη λιτότητα της ελληνικής ψηφιδογραφίας, στις τονικές διαβαθμισμένες ευαισθησίες του ρεαλιστικού ρωμαϊκού κόσμου, στη λειτουργικότητα και την αποκαλυπτική μυστικιστική διάθεση του Βυζαντίου, στο κλασικό χτίσιμο και πλάσιμο της μορφής των Αναγεννησιακών χρόνων. Παράλληλα ανοίγει δρόμους – τομές μέσα από τους οποίους διοχετεύει τη ρυθμική και ποιητική ανάπτυξη των θεμάτων του. Γίνεται έτσι ένας σοβαρός ανανεωτής μιας παρακαταθήκης αξιών που τις επεξεργάζεται δημιουργικά επεμβαίνοντας με σύγχρονη αντίληψη και προβληματισμό».

Στη διάρκεια των σπουδών του στη σχολή του Βατικανού, ο Μιχάλης Νεοκλής πήρε μέρος στην κατασκευή δαπέδων της Καπέλα ντελ Ορο στον Αγιο Πέτρο, καθώς και στην κατασκευή των πορτρέτων των δύο τελευταίων Προκαθημένων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, όπως και των τοίχων στην εκκλησία του Αγίου Παύλου.

Ο Μιχάλης Νεοκλής δέχθηκε τα συγχαρητήρια του ίδιου του Πάπα για τις εργασίες του στον Αγιο Πέτρο.

Η κατασκευή ενός ψηφιδωτού απαιτεί καλή γνώση των υλικών, προσωπική εργασία όμοια με του γλύπτη, αφάνταστη προσοχή στη λεπτομέρεια, εξοικείωση με τα συγκολλητικά υλικά, αλλά κυρίως βαθιά επιστημονική γνώση του όλου αντικειμένου, ιδιότητες που ο Μιχάλης Νεοκλής έχει αποκτήσει μετά από σοβαρές σπουδές και αγάπη για τις δημιουργίες του.

(Στοιχεία έχουν ληφθεί από την Εγκυκλοπαίδεια «Το Ανεξήγητο», Εκδ. ΩΡΙΩΝ)