Ενας έξοχος παρατηρητής του ουρανού που εξέτασε τα νεφελώματα ήταν ο Γουίλιαμ Χέρσελ, γερμανικής καταγωγής μουσικός που μετανάστευσε στην Αγγλία, σε μικρή ηλικία, το 1757. Ο Χέρσελ δεν ασχολήθηκε με την αστρονομία μέχρι τα 35 του χρόνια, στο δεύτερο ήμισυ όμως της ζωής του, έγινε ο πιο διάσημος παρατηρητής αστέρων. Ανακάλυψε τον πλανήτη Ουρανό, και έγινε αστρονόμος στην αυλή του Γεωργίου Γ’.

Ο Χέρσελ προπορευόταν της εποχής του. Ηταν ο πρώτος που έφτιαξε τηλεσκόπια μεγέθους ανάλογου με τα σημερινά. Το μεγαλύτερό του, είχε δώδεκα μέτρα μήκος και είχε κάτοπτρο διαμέτρου 1,5 μέτρα. Ηταν επίσης ο πρώτος που τόλμησε να επιχειρήσει μια συστηματική προσπάθεια για να εξακριβώσει το μέγεθος και τη δομή του σύμπαντος.

Με τη συμπαράσταση της αδελφής του, που έγινε κι εκείνη αστρονόμος, ο Χέρσελ ανέλαβε μια εμπεριστατωμένη μελέτη του ουρανού, βάζοντας στόχο την παρατήρηση κάθε αντικειμένου του καταλόγου Μεσιέ*. Επειδή χρησιμοποιούσε τηλεσκόπιο τετραπλάσιας και πλέον ισχύος, από το μεγαλύτερο που χρησιμοποίησε ποτέ ο Μεσιέ, προσδοκούσε να βρει νεφελώματα που είχε παραβλέψει ο Μεσιέ. Στα επόμενα επτά χρόνια ανακάλυψε 2.000 απ’ αυτά.

Ο επόμενος στόχος του μεθοδικού Χέρσελ ήταν να συντάξει ένα χάρτη του ουρανού. Από τη μελέτη των νεφελωμάτων, σχημάτισε τη γνώμη ότι, αν κοιτάζαμε το Γαλαξία μας από αρκετά μεγάλη απόσταση, θα μοιάζει με νεφέλωμα. Πίστευε επίσης ότι μπορούσε να καθορίσει τις διαστάσεις του Γαλαξία, υπολογίζοντας σε κάθε κατεύθυνση τον αριθμό των αστέρων που έχουν διαφορετική λαμπρότητα. Το κλειδί σ’ αυτή την προσπάθεια ήταν η υπόθεση ότι όλοι οι αστέρες είναι το ίδιο λαμπροί, όσο κι ο Ηλιος. Επομένως, η αμυδρότητα θα ήταν ένα μέτρο της απόστασής τους. Όπως όμως κατάλαβε τελικά, στο σημείο αυτό είχε λάθος. Σταμάτησε έτσι την προσπάθεια να μετρήσει το Γαλαξία, αλλά διατήρησε τη βεβαιότητα ότι ο Γαλαξίας από μακριά θα φαινόταν σαν νεφέλωμα.

ΑΝΤΦΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, οι απόψεις του Χέρσελ για τη φύση των νεφελωμάτων, υπέστησαν αλλαγές. Το τηλεσκόπιο του αποκάλυψε ότι πολλά από τα συγκεχυμένα αντικείμενα του Μεσιέ, μπορούσαν να αναλυθούν σε σμήνη αστέρων, μερικά από τα οποία είναι γνωστά, εξαιτίας του σχήματός τους, ως σφαιρωτά σμήνη. Την ανακάλυψη αυτή θεώρησε ως επιβεβαίωση της λεγόμενης «νησιωτικής θεωρίας του Σύμπαντος» όρο που είχε εισαγάγει ο φιλόσοφος Καντ, κατά το σχολιασμό αστρονομικών πρακτικών που είχε κάνει. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, κάθε νεφέλωμα που δεν μπορούσε να αναλυθεί σε άθροισμα αστέρων, ακόμη και με το πιο ισχυρό τηλεσκόπιο της εποχής, πρέπει να διαχωρίζει νησιωτικά σύμπαντα – γαλαξίες , σε τόσο μεγάλες αποστάσεις που μεμονωμένα άστρα δεν μπορούν να παρατηρηθούν.

Ο Χέρσελ κατόρθωσε να αναλύσει μερικά νεφελώματα σε άστρα και αυτό τον έκανε να δεχθεί ότι εκείνα που δεν μπορούσαν να αναλυθούν, έπρεπε να είναι νησιωτικά σύμπαντα. Τότε όμως, ανακάλυψε ένα νεφέλωμα, αποτελούμενο από ένα μόνο άστρο που περιβαλλόταν από μια «αμυδρή ατμόσφαιρα, κυκλικού σχήματος». (Στην πραγματικότητα ήταν ένα πλανητικό νεφέλωμα, που περιέβαλλε ένα αμυδρό άστρο το οποίο φαινόταν σε μερικούς αστρονόμους ότι έμοιαζε με πλανήτη). Η ατμόσφαιρα αυτή ήταν τόσο δεμένη με το άστρο, ώστε ή το άστρο ήταν γιγαντιαίο ή η νεφελώδης μορφή του οφειλόταν σε εξαιρετικά μικρούς αστέρες. Τελικά, απέρριψε και τις δύο εκδοχές, καταλήγοντας ότι το κεντρικό σώμα ήταν ένας συνήθης αστέρας «μέσα σε ένα λαμπερό ρευστό, που η φύση του μας ήταν εντελώς άγνωστη». Μολονότι ήταν πολύ ευχαριστημένος από τις προοπτικές που άνοιξε η ανακάλυψή του, το μυστήριο των νεφελωμάτων έγινε απλώς πιο σύνθετο.

Ο Χέρσελ, ήταν ο μοναδικός αστρονόμος της εποχής του, που εργάστηκε με μεγάλα τηλεσκόπια, ικανά να παρατηρήσουν νεφελώματα με κάθε λεπτομέρεια. Ο επόμενος αστρονόμος που ασχολήθηκε με αυτό το αίνιγμα, ήταν ένας Ιρλανδός ευγενής , ο Γουίλιαμ Πάρσον. Στις αρχές της δεκαετίας του 1840, ο Πάρσον άρχισε να κατασκευάζει ένα τηλεσκόπιο που θα ξεπερνούσε ακόμα και το αριστούργημα του Χέρσελ. Δεκαέξι μέτρα μακρύ και με μεταλλικό κάτοπτρο διαμέτρου δύο σχεδόν μέτρων, ήταν γνωστό ως Λεβιάθαν. Το τεράστιο κάτοπτρο του τηλεσκοπίου. Το τεράστιο κάτοπτρο του τηλεσκοπίου δεν ξεπεράστηκε σε μέγεθος για εβδομήντα πέντε ολόκληρα χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1840, ο Πάρσον έστρεψε τον Λεβιάθαν προς ένα αντικείμενο που ήταν γνωστό ως Μ-51, σύμφωνα με τον κατάλογο Μεσιέ. Παρατήρησε ένα, αξιοσημείωτο, σχεδόν μαγευτικό είδωλο. Το νεφέλωμα έδειξε μια σπειροειδή δομή, σχήμα που αργότερα πήρε το όνομα στρόβιλος. Ο Πάρσον βρήκε και άλλα νεφελώματα σπειροειδούς σχήματος στον ουρανό και έκανε κάθε προσπάθεια για να απομονώσει άστρα μέσα σ’ αυτά. Αλλά παρά τη μεγάλη ισχύ συγκέντρωσης φωτός του Λεβιάθαν, δεν διακρίνονταν άστρα. Το σπειροειδές νεφέλωμα ταξινομήθηκε σαν ένα λαμπρό αξιοπερίεργο του ουρανού.

*Ο Σαρλ Μεσιέ, το 1784, δημοσίευσε έναν κατάλογο με 103 νεφελώματα, μέσα στα οποία υπήρχαν και 33 που, αργότερα, διαπιστώθηκε ότι ήταν γαλαξίες.

(Πηγή: Εγκυκλ. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ, Εκδ. Κ. Καπόπουλος)