Οι Πόθοι μας, οι Ελπίδες μας,
δεν θ’ απομείνουνε νεκρές Ονειροφαντασιές.
Μάχες θα γίνουν ανελέητες.
Φλόγες, ν’ ανάψουνε οι Πλάστρες οι Φωτιές,
να κατακάψουνε τα Σύνορα που μας χωρίζουν.

Κινώντας το Πρωί για τη Δουλειά,
ορθάνοιχτα θ’ αφήνουμε τα Σπίτια μας,
να μη φωλιάζουνε σ’ αυτά οι Φόβοι.

Κι όταν ολημερίς δουλεύουμε στον Κάμπο,
Ωμο τον Ωμο θα κρατιόμαστε αντάμα,
Τείχος αδιαπέραστο, Φράγμα στις Συμφορές.

Στις Γειτονιές θα στήσουμε Βωμούς
για τα αδέρφια μας, που κάποτε αδικήσαμε.

Το κάθε Γλυκοχάραμα θάναι για μας μία Γιορτή,
θάν’ η καινούργια Μέρα που από Χρόνια νοσταλγήσαμε.

Κι όταν βραδιάζει, σαν ελάχιστη Τιμή,
ενός Λεπτού Σιγή θε να κρατάμε,
γι’ αυτούς που πάλεψαν,
γι’ αυτούς που μάτωσαν,
γι’ αυτούς που μας αγάπησαν.

Γιάννης Αθανασόπουλος