Κίνδυνοι και μειονεκτήματα

Η επιτυχής επένδυση στα γραμματόσημα, απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις υψηλού βαθμού. Αυτό χρειάζεται χρόνο για να αποκτηθεί και υπάρχουν πολλές παγίδες, για τον άπειρο επενδυτή. Μερικοί από τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα είναι:

  • Η απόδοση δεν είναι εγγυημένη.
  • Το κόστος της αγοράς είναι υψηλό, σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες μορφές επενδύσεων.[5]
  • Το κόστος πώλησης είναι επίσης σχετικά υψηλό.[5]
  • Οι αγορές μπορεί να υπόκεινται σε φόρο επί των πωλήσεων, για παράδειγμα ο ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση,[5] τον οποίο ο αγοραστής μπορεί να μην είναι σε θέση να διεκδικήσει.
  • Τα γραμματόσημα μπορεί να χρειαστούν πραγματογνωμοσύνη, έναντι αμοιβής, ώστε να εξασφαλιστεί ότι αυτά που φαίνονται είναι αυτά που είναι.
  • Ως απτά περιουσιακά στοιχεία, τα γραμματόσημα μπορεί να χρειαστεί να ασφαλιστούν, καθώς διατρέχουν τον κίνδυνο φυσικού τραυματισμού ή αλλοίωσης.
  • Το μέλλον της αγοράς, για την πώληση φιλοτελικών αντικειμένων, είναι αβέβαιο. Η ζήτηση για φιλοτελικά αντικείμενα προέρχεται, κυρίως, από συλλέκτες, όχι επενδυτές και η πλειοψηφία των συλλεκτών είναι ηλικίας άνω των 50 ετών στις χώρες της Δύσης. Υπάρχουν, σχετικά ελάχιστοι νεότεροι συλλέκτες, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, που θα αναμενόταν, να είναι οι αγοραστές του μέλλοντος,[19] αν και τα ανεπίσημα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να μην είναι η περίπτωση στην Ινδία, την Κίνα και τις άλλες αναπτυσσόμενες χώρες.
  • Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η μελλοντική ύπαρξη των γραμματοσήμων μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, καθώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες όλο και περισσότερο και αποστέλλουν όλο και λιγότερες επιστολές. Εάν τα γραμματόσημα δεν πωλούνται πλέον ως ταχυδρομικά τέλη, μπορεί να πάψουν να συλλέγονται και, εάν δεν συλλέγονται, η ζωτική συλλεκτική ζήτηση, η οποία στηρίζει την αγορά των επενδύσεων, μπορεί να εκλείψει.
  • Τα γραμματόσημα έχουν μικρή εγγενή αξία, δεν έχουν την αξία της πρώτης ύλης του χρυσού νομίσματος, δεν αντιπροσωπεύουν το μερίδιο σε μια επιχείρηση, όπως οι μετοχικοί τίτλοι και συνήθως δεν έχουν την διαρκή οπτική αισθητική ενός μεγάλου έργου τέχνης.
  • Η επένδυση γραμματοσήμων είναι σχετικά ανεξέλεγκτη σε σύγκριση με, για παράδειγμα, τις επενδύσεις σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο και οι επενδυτές μπορεί να έχουν μικρή προστασία, αν τα πράγματα πάνε στραβά.
  • Το μέγεθος της φιλοτελικής αγοράς είναι μικρό, συγκρινόμενο με την αξία της χρηματιστηριακής αγοράς και ευάλωτο στις επιθετικές αγορές από τους κερδοσκόπους, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές. Αυτό συνέβη στη δεκαετία του 1970, όταν μια κερδοσκοπική φούσκα ακολουθήθηκε από κατάρρευση των τιμών.[15]
  • Τα γραμματόσημα δεν παράγουν κανένα τόκο ή μερίσματα.
  • Μπορεί να είναι αδύνατο να προσδιοριστεί η τρέχουσα αγοραία αξία των γραμματοσήμων δίχως την πώλησή τους.
  • Γραμματόσημα, συσκευασμένα ως «επενδυτικά χαρτοφυλάκια», μπορεί να χρεώνονται σε τιμές υψηλότερες από την κανονική αξία αγοράς τους.
  • Τα γραμματόσημα μπορεί να είναι σχετικώς μη ρευστοποιήσιμα, καθώς η εξεύρεση αγοραστού ενδέχεται να απαιτήσει χρόνο.
  • Υπάρχουν ελάχιστες αξιόπιστες και ανεξάρτητες ιστορικές πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις των γραμματοσήμων ως επενδύσεις.
  • Η μακροπρόθεσμη θεώρηση είναι απαραίτητη. Μια γρήγορη αγορά και πώληση είναι μάλλον απίθανο να είναι κερδοφόρα.[5]
  • Όταν οι περισσότερες παραδοσιακές επενδύσεις πάνε καλά, το ενδιαφέρον στις εναλλακτικές επενδύσεις, όπως αυτής των γραμματοσήμων, ενδέχεται να μειώνεται γρήγορα.
  • Ειδικές οδηγίες θα πρέπει να δοθούν σε συζύγους ή εκτελεστές, σε περίπτωση ανικανότητας ή θανάτου του ιδιοκτήτη, καθώς μπορεί να μην είναι εξοικειωμένοι με τα φιλοτελικά αντικείμενα και δρώμενα.
  • Τα γραμματόσημα ενδέχεται να απαιτήσουν χρόνο για να πωληθούν, σε αντίθεση με τα μετρητά, τις μετοχές ή τα αμοιβαία κεφάλαια, στα οποία πωλήσεις μπορούν συνήθως να πραγματοποιηθούν με τη μικρότερη δυνατή καθυστέρηση.

Πηγή: Βικιπαίδεια